Βανδαλικός Πόλεμος: Ο Ιουστινιανός στέλνει τον Βελισάριο να ανακαταλάβει τα χαμένα Ρωμαϊκά εδάφη της Βόρειας Αφρικής.

Η Ανακατάκτηση της Ρωμαϊκής Δύσης από τον Ιουστινιανό ξεκίνησε στη Βόρεια Αφρική. Μετά από σχεδόν έναν αιώνα βανδαλοκρατίας, η Καρχηδόνα, η μεγαλύτερη πόλη της Αφρικής, έπεσε στα χέρια των Βυζαντινών το 533. Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ) ήταν η Επανάκτηση της Ρωμαϊκής Δύσης. Μετά από περισσότερο από μισό αιώνα βαρβαρικής κυριαρχίας, οι ανατολικοί ρωμαϊκοί (ή βυζαντινοί) στρατοί αποκατέστησαν τον έλεγχο σε εδάφη που κάποτε ανήκαν στη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία: Βόρεια Αφρική, Ιταλία και Νότια Ισπανία. 

Η Μεσόγειος εκείνη την εποχή. Η Δυτική Ρωμαική Αυτοκρατορία έχει πλήρως καταρεύσει και την θέση της έχουν πάρει διάφορα Γερμανικά βασίλεια. Η Ανατολική (Βυζαντινή) Ρωμαική Αυτοκρατορία έχει καταφέρει να κρατήσει ανέπαφα τα σύνορα της.

Η επιτυχία της φιλόδοξης εκστρατείας θα ήταν αδύνατη χωρίς τον Βελισάριο, πιθανώς έναν από τους πιο λαμπρούς στρατηγούς στην ιστορία. Υπό τη διοίκηση του, οι αυτοκρατορικές εκστρατευτικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην ελεγχόμενη από τους Βανδάλους Βόρεια Αφρική. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποκατέστησε τον έλεγχο στην περιοχή και την πρωτεύουσά της: την Καρχηδόνα. Η ανακατάκτηση της Καρχηδόνας το 533μ.Χ. οδήγησε στην κατάρρευση του Βασιλείου των Βανδάλων και με την Αφρική να ενσωματώνεται εκ νέου στην Αυτοκρατορία.

Η πτώση της Καρχηδόνας και της Βόρειας Αφρικής από τους Βάνδαλους το 439 μ.Χ., ήταν θανάσιμο πλήγμα για τη Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Χωρίς τα σιτηρά της Αφρικης, η Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να θρέψει και να πληρώσει τους στρατούς της και αφέθηκε στο έλεος των αναδυόμενων βαρβαρικών βασιλείων. Για τους Βάνδαλους, η κατάληψη της Αφρικής ήταν ένα τεράστιο όφελος. Έναν αιώνα μετά την άφιξή τους στην αυτοκρατορική επικράτεια, αυτή η βαρβαρική φυλή έλεγχε μια από τις σημαντικότερες περιοχές της αρχαίας Μεσογείου. Το Βασίλειο των Βανδάλων θα γινόταν σύντομα ένα από τα πιο ισχυρά βαρβαρικά βασίλεια. Ο μεγάλος στρατός και ο στόλος του και η εύρωστη οικονομία του το έκαναν άμεσο ανταγωνιστή του κληρονόμου της Ρώμης – της Ανατολικής Ρωμαϊκής ή Βυζαντινής Αυτοκρατορίας .

H μετανάστευση των Βανδάλων και η εγκατάσταση τους στη Βόρειο Αφρική

Ο αυτοκράτορας δεν άφησε τίποτα στην τύχη. Ο Ιουστινιανός διόρισε έναν νεαρό στρατηγό, τον Βελισάριο, να ηγηθεί της πολεμικής προσπάθειας. Νικητής της περσικής εκστρατείας, ο Φλάβιος Βελισάριος ήταν ένα ανερχόμενο αστέρι στον αυτοκρατορικό στρατό. Ο στρατηγός έπαιξε επίσης καθοριστικό ρόλο στην καταστολή της εξέγερσης του Νίκα, σώζοντας τον θρόνο του Ιουστινιανού. Εκτός από τις στρατιωτικές του ικανότητες, ο Βελισάριος είχε δύο ακόμη πλεονεκτήματα, τα οποία θα αποδεικνύονταν απαραίτητα στην Αφρική. Ως καλός ομιλητής των Λατινικών, μπορούσε εύκολα να επικοινωνήσει με τον ντόπιο πληθυσμό. Ο Βελισάριος ήταν φιλικός με τους ντόπιους και ήξερε πώς να κρατά τον στρατό του υπο έλεγχο. Αυτές οι ιδιότητες έκαναν τον Βελισάριο ιδανική επιλογή για να ηγηθεί της ανακατάκτησης.

Η Αφρικανική εκστρατεία 

Χάρτης της εκστρατείας


Ὁ Ιουστινιανός είχε πιθανότατα αποφασίσει πρίν απο τη στάση του Νίκα να εκμεταλλευτεί την ευνοϊκή συγκυρία και να επιχειρήσει να ανακτήσει την Αφρική απο τους Βανδάλους. Οι προπαρασκευές για την εκστρατεία άρχισαν το καλοκαίρι του 532. Παρά το γεγονός οτι οι Ρωμαίοι φυγάδες της Αφρικής πίεζαν, όπως ήταν φυσικό, τόν αυτοκράτορα νά επέμβει υπέρ των συμπατριωτών τους και ομοδόξων τους Καθολικών, οι στρατηγοί και αξιωματούχοι του αυτοκράτορα δεν έδειχναν μεγάλο ενθουσιασμό. Ηταν ακόμα πρόσφατη η ανάμνηση της ολέθριας αποτυχίας της εκστρατείας του Βασιλίσκου, γαμπρού του αυτοκράτορα Λέοντος, το 468. 

Οχι μόνο είχε στοιχίσει χιλιάδες ζωές, αλλά είχε τεράστια αρνητική επίπτωση στο δημόσιο θησαυροφυλάκιο για τριάντα χρόνια. Ωστόσο, ο δισέγγονος του Γιζερίχου δέν ήταν αντάξιός του, και οι Βάνδαλοι της εποχής του Ιουστινιανού δέν είχαν την ίδια δύναμη με εκείνη των προγόνων τους. Ήταν ολιγάριθμοι, και κυβερνούσαν μιά επαρχία με πολλές διαφορετικές εθνότητες, ενώ οι ίδιοι είχαν προσαρμοστεί στον ρωμαικό τρόπο ζωής. Ή στρατιωτική τους πείρα περιοριζόταν στη διασφάλιση τής ειρήνης και σε εξορμήσεις αντιποίνων εναντίον των Μαυρουσίων υπηκόων τους. Η αντιρωμαϊκή και αντικαθολική πολιτική του Γελίμερος είχε ενώσει τους αστικούς πληθυσμούς εναντίον της βανδαλικής διοίκησης. 

Στήν ύπαιθρο, όπου οι Βάνδαλοι γαιοκτήμονες, μόνιμα εγκατεστημένοι στην πρωτεύουσα και στα μεγάλα κέντρα του κράτους, ήταν λιγότερο πιεστικοί απο τους Ρωμαίους, οι οποίοι ζούσαν στα κτήματά τους, και όπου πολλοί απο τους αγρότες ανήκαν στην εκκλησία των Δονατιστών, τα αντιβανδαλικὰ αισθήματα ήταν λιγότερο έντονα. Τά φύλα των Μαυρουσίων, που κατείχαν τα εδάφη ως τον Ατλαντικό ωκεανό, ήταν υποτελή στους Βανδάλους και απασχολημένα με τις εσωτερικές τους διενέξεις. Οι υπερπόντιες κτήσεις των Βανδάλων στη Σαρδηνία, στην Κορσική και στις Βαλεαρίδες νήσους προσέφεραν την απαραίτητη ναυπηγική ξυλεία για τον βανδαλικό στόλο και, αντίστροφα, έμεναν υποταγμένες εξαιτίας της βανδαλικής ναυτικής δύναμης.

Ο Φλάβιος Βελισάριος, μωσαικό στην Ραβέννα της Ιταλίας.

Ενώ το κύριο εκστρατευτικό σώμα συγκεντρωνόταν στην Κωνσταντινούπολη, η διπλωματία του Ιουστινιανού απέσπασε δύο προκαταρκτικές νίκες. Στην Τρίπολη, στα ΝΑ. σύνορα του Βανδαλικού κράτους, έγινε συνωμοσία με επικεφαλής κάποιον Πουδέντιο οπου ανέτρεψε τον Βάνδαλο διοικητή και κάλεσε τα βυζαντινά στρατεύματα απο την Κυρηναϊκή να καταλάβουν την περιοχή. Οι δυνάμεις αυτές ήταν έτοιμες και διέσχισαν την ενδιάμεση έρημο με μεγάλη ταχύτητα. Έτσι μιά επαρχία του βανδαλικού κράτους ενώθηκε με το ρωμαϊκό κράτος την άνοιξη του 533. 

Τήν ίδια περίπου εποχή στή Σαρδηνία κάποιος Γότθος, ο Γόδας, ηγήθηκε μιάς ένοπλης επανάστασης. Τότε στάλθηκε μια ναυτικὴ εκστρατεία υπό την ηγεσία ενός αδελφού του βασιλιά Γελίμερος γιά να καταστείλει την επανάσταση στο νησί. Έτσι ο τρομερός βανδαλικός στόλος και στρατός 5.000 Βανδάλων πολεμιστών καθηλώθηκαν στα νερά της Σαρδηνίας το καλοκαίρι του 533. Στο μεταξύ ο Βελισάριος διορίστηκε αρχιστράτηγος («στρατηγός αυτοκράτωρ») της εκστρατευτικής δύναμης, που αποτελούνταν απο 18.000 άνδρες, 500 μεταγωγικά και 92 πολεμικά πλοία. 

Συνοδευόταν απο τον πρώην έπαρχο των πραιτωρίων, τον Αρχέλαο ώς «έπαρχο τού στρατοπέδου», δηλαδή υπεύθυνο του ανεφοδιασμού, από τον Καλώνυμο, έναν ναύαρχο απο την Αλεξάνδρεια και από τον μετέπειτα ιστορικό Προκόπιο, ώς στρατιωτικό γραμματέα, καθώς και απο την τρομερή του σύζυγο Αντωνίνα. Έπρεπε να κινηθούν με ταχύτητα και μυστικότητα, προκειμένου να αιφνιδιάσουν τους Βανδάλους. Σταθμεύοντας στην Ηράκλεια, στη Μεθώνη και στη Ζάκυνθο, ο στόλος έφτασε στή Σικελία στα μέσα Αυγούστου. Η Σικελία αποτελούσε τμήμα του οστρογοτθικού βασιλείου και είχε ήδη εξασφαλιστεί δικαίωμα διελεύσεως των Ρωμαικών στρατευμάτων απο την αντιβασίλισσα Αμαλασούνθα. 

Ενώ ο στόλος έπλεε στα σικελικά νερά, ο Προκόπιος πέτυχε νε έρθει σε επαφή στις Συρακούσες με κάποιον, που είχε φύγει από την Καρχηδόνα τρείς ημέρες μόλις νωρίτερα και ο οποίος ανέφερε οτι δεν είχε εκδηλωθεί ανησυχία στη βανδαλική πρωτεύουσα. Λίγες μέρες αργότερα ο στόλος απέπλευσε και, αποφεύγοντας να πλησιάσει τα βανδαλικό προπύργιο της νήσου Μελίτης, προσέγγισε στην αφρικανική ακτή στην Καπούτβαδα της Βυζακίας γύρω στα τέλη Αυγούστου. Αν έπλεε κατευθείαν εναντίον της Καρχηδόνας, θα διακινδύνευε να καταστραφεί επιχειρώντας απόβαση σε περιοχή που θα συναντούσε σθεναρή αντίσταση.

Όταν ο βασιλιάς Γελίμερ πληροφορήθηκε ότι ο  ρωμαϊκός στρατός είχε αποβιβαστεί και βρισκόταν στο εσωτερικό της Βυζακίας. Αμέσως έστειλε εντολὴ στον αδελφό του Αμμάτα να θανατώσει τον Ιλδέριχο και τους οπαδούς του και να σπεύσει να ενωθεί με τον στρατό του πρός Ν. της Καρχηδόνας. Ο Βελισάριος οδήγησε τον στρατό του προς τα Βόρεια μέσω της παραλιακής οδού, ενώ ο στόλος ακολουθούσε κατα μήκος της ακτής. Τα σχέδια των Βανδάλων απέτυχαν και ο Αμμάτας συνάντησε τις ρωμαϊκές προφυλακές στο Δέκιμο, 15 περίπου χιλιόμετρα νότια της Καρχηδόνας, προτού προλάβει να φτάσει ο στρατός του βασιλιά. Ηττήθηκε και σκοτώθηκε, ενώ τα υπολείμματα του στρατού του καταδιώχθηκαν ώς τα τείχη της Καρχηδόνας. 

Ο Βελισάριος και το ρωμαϊκό ιππικό βρέθηκαν λίγες ώρες αργότερα αντιμέτωποι με το ιππικό του βασιλιά Γελίμερου – οι Βάνδαλοι δέν διέθεταν αξιόλογες πεζικές δυνάμεις – και κινδύνευσε να ηττηθεί. Αλλα η θέα του πτώματος του αδελφού του στο πεδίο της μάχης καταρράκωσε το ηθικό του Γελίμερου και έδωσε στον Βελισάριο τον χρόνο να προωθήσει το πεζικό του. Μετά απο μια σύντομη συμπλοκή, οι Βάνδαλοι τράπηκαν σε φυγή δυτικά πρός τη Νουμιδία. Ηδη η Καρχηδόνα έμενε ανυπεράσπιστη. 

Μάχη του Δέκιμου

Αρχικό Βανδαλικό σχέδιο, με τον προβλεπόμενο εγκλωβισμό του βυζαντινού στρατού.

Η προέλαση του Βελισαρίου εναντίον της Καρχηδόνας λίγο έλειψε να καταλήξει σε πανωλεθρία της βυζαντινής στρατιάς. Πραγματικά ο Γελίμερ, που απο μέρες παρακολουθούσε αθέατος την πρόοδο του αντιπάλου του, είχε καταστρώσει στρατηγικὸ σχέδιο κύκλωσης του αντιπάλου του στο Δέκιμο, 14 χιλιόμετρα ἀπο την Καρχηδόνα, στη οδό πρός το Αδρύμητο. Η επιτυχία του σχεδίου βασιζόταν στην ταυτόχρονη προσβολή της βυζαντινής στρατιάς απο τρείς πλευρές, κατά μέτωπο απο τα βανδαλικά στρατεύματα της Καρχηδόνας, με επικεφαλή τον αδελφό του Γελίμερου, Αμμάτα, απο τα αριστερά με δύναμη 2.000 Βανδάλων υπο τον ανηψιό του Γιβαμούνδο, και απο τα νώτα απο τον στρατό του ίδιου του Βανδάλου βασιλιά.

Πρώτη φάση, τα βυζαντινά συμβαλλόμενα μέρη νικούν τα πλευρικά αποσπάσματα των Βανδάλων.

Η αποτυχία του συγχρονισμού της τριπλής επίθεσης και η ψυχραιμία του αρχιστράτηγου Βελισαρίου μετέβαλαν την κατάσταση. Ο Αμμάτας με μικρό μόνο μέρος των δυνάμεών του έφτασε πρόωρα στο συμφωνημένο σημείο και εξουδετερώθηκε απο τὴν έφιππη προφυλακή της βυζαντινής στρατιάς, η οποία προέλασε, συντρίβοντας κάθε αντίσταση, ως τις πύλες της Καρχηδόνας. Ο Γιβαμούνδος, ο οποίος κινούνταν πρός το Πεδίον των Αλών, για να πλευροκοπήσει, κατα το σχέδιο, τον αντίπαλο, βρέθηκε αντιμέτωπος με μονάδα 600 Ούννων («Μασσαγετών») ιππέων, που ο Βελισάριος είχε στείλει να καλύψουν απο τα δυτικά την προέλαση του κυρίως στρατού του, και είχε ανάλογη τύχη με του Αμμάτα. 

Δεύτερη φάση, ο Γελίμερ κατατροπώνει το Ρωμαικό ιππικό.

Ανυποψίαστος για όλα αυτά ο Γελίμερ έφτασε στο Δέκιμο, όπου ήδη είχαν προωθηθεί προπορευόμενοι οι φοιδεράτοι ιππείς του Βελισαρίου, και κατόρθωσε, μετά απο σύντομη συμπλοκή, να τους τρέψει σε φυγή και να γίνει κύριος στρατηγικού λόφου, απο όπου μπορούσε είτε να προσβάλει τον προελαύνοντα Βελισάριο εκ του ασφαλούς η, να επιστρέψει στην Καρχηδόνα και να οργανώσει την άμυνά της. Αντικρύζοντας όμως τα πτώματα των νεκρών της πρώτης συγκρούσεως, μεταξύ των οποίων και του αδερφού του, παρασύρθηκε σε θρήνους και προετοιμασίες ταφής καὶ έχασε τον έλεγχο της κατάστασης. 

Τρίτη φάση, η τελική σύγκρουση

Ήδη όμως ο Βελισάριος κατόρθωνε να αναπτερώσει το ηθικό των μονάδων του καί έσπευδε στο πεδίο της μάχης επικεφαλής όλων των ιππικών του δυνάμεων και επωφελούμενος απο την αταξία του αντιπάλου στρατού, τον έτρεψε σε άτακτη φυγή πρός την Νουμιδία.  

Γεννάται το ερώτημα, γιατί ο Γελίμερ δεν υποχώρησε εξαρχής στην Καρχηδόνα, ώστε να εξαναγκάσει τον Βελισάριο να αναλάβει μια δαπανηρὴ και αβέβαιη πολιορκία, που θα του έδινε τον χρόνο να ανακαλέσει τον στόλο του απο τη Σαρδηνία. Η απάντηση είναι ότι οι Βάνδαλοι αισθάνονταν τόσο ασφαλείς απο ξένη επίθεση ώστε δεν είχαν ποτέ επισκευάσει τα τείχη τών αφρικανικών πόλεων, απο τότε που τις κατέλαβαν έναν αιώνα παλαιότερα. Τα τείχη της Καρχηδόνας ήταν ανεπισκεύαστα, με ρήγματα σε πολλά σημεία και έτσι η άμυνα της πόλης ήταν ανέφικτη.

Η ανακατάληψη της Καρχηδόνας

Στις 14 Σεπτεμβρίου ο ρωμαϊκός στόλος περιέπλευσε το σκρωτήριο Μερκούριο (Ερμαία “Ακρα) και αγκυροβόλησε στα ανοιχτά της Καρχηδόνας. Όλη τη νύχτα η πόλη ήταν φωταγωγημένη και οι πολίτες υποδέχονταν τους νικητὲς με ζητωκραυγὲς απο τα τείχη και τις προβλήτες. Οι ναύτες όμως φοβούνταν παγίδα και οπωσδήποτε είχαν εντολή να περιμένουν την άφιξη του αρχιστρατήγου. Το επόμενο πρωί ο Βελισάριος εισερχόταν στην πρωτεύουσα της Αφρικής επικεφαλής των στρατευμάτων του, ανάμεσα σε επευφημίες των κατοίκων της. 

Η Ρωμαική Καρχηδόνα

Οι στρατιώτες του είχαν διαταγές να μη βλάψουν τους πολίτες και να μην πάρουν οτιδήποτε χωρίς πληρωμή. Η μεταβίβαση της εξουσίας υπήρξε ομαλή. Οι υπόλοιποι Βάνδαλοι, όσοι είχαν καταφύγει στις εκκλησίες, τέθηκαν υπό στρατιωτική φρούρηση. Ο Βελισάριος εγκατέστησε το στρατηγείο του στο ανάκτορο των Βανδάλων βασιλέων. Πρώτη του μέριμνα ήταν να οχυρώσει την πόλη, γιατί μπορούσε σύντομα να βρεθεί πολιορκημένος απο τοὺς Βανδάλους.

Με την καθοδήγηση στρατιωτικών μηχανικών οι επισκευές των τειχών άρχισαν και συνεχίστηκαν νυχθημερόν. Ο Γελίμερος είχε ήδη ανακαλέσει τους 5.000 άνδρες του απο τη Σαρδηνία και κινήθηκε προς την Καρχηδόνα, προσπαθώντας να αποκόψει τα υδραγωγεία, απο τα οποία υδρευόταν η πόλη. Έστειλε επίσης πράκτορες στὴν πόλη για να επιχειρήσουν να προσεταιριστούν τμήματα του πληθυσμού και του ρωμαϊκού στρατού. Ένα σώμα Ούννων μισθοφόρων άρχισε διαπραγματεύσεις μαζί του, δημιουργώντας ανησυχίες στον Βελισάριο. Εξαιτίας προφανώς του φόβου βανδαλικής διεισδύσεως αποφάσισε να βγεί απο την Καρχηδόνα στα μέσα του χειμώνα και να δώσει μάχη εναντίον των Βανδάλων στο Τρικάμαρο, 30 χιλιόμετρα δυτικά της Καρχηδόνας. 

Οι Ρωμαίοι κατάφεραν μια συντριπτικὴ νίκη. Ολόκληρος σχεδόν ο βανδαλικὸς στρατός έπεσε στο πεδίο της μάχης η αιχμαλωτίστηκε και το στρατόπεδό του λεηλατήθηκε. Ο βασιλιάς Γελίμερ και λίγα μέλη της ακολουθίας του διέφυγαν στα δυσπρόσιτα ορεινά της ΝΔ. Νουμιδίας, όπου γρήγορα αποκλείστηκαν απο τη ρωμαϊκὴ δύναμη. Στο τέλος Μαρτίου 534 συνθηκολόγησε με αντάλλαγμα εγγυήσεις του Βελισαρίου οτι δεν θα τον κακομεταχειριζόταν. Το κράτος των Βανδάλων είχε καταστραφεί. Ήδη πρίν από την παράδοση του Γελίμερος, ο Βελισάριος είχε στείλει αποσπάσματα να καταλάβουν στρατηγικά σημεία στη Νουμιδία και στη Μαυριτανία, ιδίως το Σέπτο, στὴ νότια ακτή των Ηρακλείων Στηλών (Γιβραλτάρ). 

Οι Βησιγότθοι της Ισπανίας έπρεπε να αποθαρρυνθούν για να μην επιχειρήσουν να επωφεληθούν απο την κατάρρευση των Βανδάλων. Ναυτικὲς δυνάμεις στάλθηκαν για να καταλάβουν τη Σαρδηνία, την Κορσικὴ και τις Βαλεαρίδες νήσους. Η είδηση της κατάληψης της Καρχηδόνας έφτασε πιθανότατα στὴν Κωνσταντινούπολη στὶς αρχές του Οκτωβρίου. Στο διάταγμα της δημοσίευσης των «Εισηγήσεων» (Instituta), που εκδόθηκε στις 21 Νοεμβρίου 533, ο Ιουστινιανός προσθέτει τους τίτλους  «Αλανικός», «Βανδηλικὸς» καὶ «Αφρικανός» στον αυτοκρατορικό του τίτλο· ο τελευταίος αποτελούσε ανάμνηση του μεγάλου Σκιπίωνος, ο οποίος είχε κατακτήσει τὴν Καρχηδόνα επτάμισι αιώνες παλαιότερα. 

Ο Θρίαμβος

Ο πλήρης μηχανισμός της αυτοκρατορικής διοίκησης επανεγκαταστάθηκε σύντομα στην βόρεια Αφρική, μολονότι δὲν είχαν περιέλθει όλες οι παλιές επαρχίες στον απόλυτο έλεγχο του Βυζαντίου. Δύο νόμοι του Απριλίου 534 καθόρισαν λεπτομερειακά το προσωπικο – και τους μισθούς – της πολιτικής και της στρατιωτικής διοίκησης, σύμφωνα με τις μεταρρυθμίσεις που είχε εισαγάγει ο Ιωάννης Καππαδόκης.

Ο Ιουστινιανός πρότεινε στόν Βελισάριο να διαλέξει αν ήθελε να μείνει στὴν Αφρικὴ ως αρχιστράτηγος η να επιστρέψει στήν Κωνσταντινούπολη. Επέλεξε το δεύτερο, γιατι οι εχθροί του διέδιδαν ότι σχεδίαζε να ιδρύσει ανεξάρτητη αυτοκρατορία στην Αφρική. Ο πρώην «δομέστικός» του, ο Σολομών, τον διαδέχθηκε στην αρχιστρατηγία και ο Βελισάριος απέπλευσε για την πρωτεύουσα το καλοκαίρι  του 534 με όλη τη λεία της Καρχηδόνας και με αρκετὲς χιλιάδες Βανδάλους αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων ήταν και ο πρώην βασιλιας με την οικογένειά του. Έγινε δεκτός όπως κανένας νικητής στρατηγός απο αιώνες.

 Ο Ιουστινιανός, αθεράπευτος νοσταλγός του ένδοξου ρωμαϊκού παρελθόντος, του επέτρεψε να τελέσει θρίαμβο. Ο τελευταίος απλός πολίτης που είχε αξιωθεί αυτής της τιμής ήταν ο Λεύκιος Κορνήλιος Βάλβος, 550 χρόνια παλαιότερα, επι Αυγούστου. Την ημέρα του θριάμβου του ο Βελισάριος, πεζός, ηγήθηκε πομπής απο την κατοικία του στον Ιππόδρομο. Ακολουθούσαν ο Γελίμερ και οι άλλοι αιχμάλωτοι και όλοι οι θησαυροί που είχε αρπάξει απο τη Ρώμη ο Γιζέριχος το 455 και που τώρα επέστρεφαν σε ρωμαϊκά χέρια. Μπροστά στον Ιουστινιανό και στη Θεοδώρα που τον περίμεναν στο «κάθισμα», ο Βελισάριος προσκύνησε. Τον μιμήθηκε απρόθυμα ο Γελίμερ, μουρμουρίζοντας καθώς γονάτιζε: «ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης». 

Ο Ιουστινιανός του παραχώρησε κτήματα στή Μικρά Ασία, όπου έζησε την υπόλοιπη ζωή του. Οι Βάνδαλοι στρατιώτες κατατάχθηκαν στόν ρωμαϊκὸ στρατό και στάλθηκαν στο ανατολικό μέτωπο. Ανάμεσα στα λάφυρα της Καρχηδόνας ήταν και η επτάφωτος λυχνία, η Menorah, και αλλα κειμήλια του ναού, που είχε απαγάγει απο τα Ιεροσόλυμα στη Ρώμη ο Τίτος το 70 μ.Χ., και είχαν αργότερα μεταφερθεί απο τη Ρώμη στην Καρχηδόνα απο τον Γιζέριχο το 455. Ιθύνοντα μέλη της ιουδαϊκής κοινότητας τής Κωνσταντινουπόλεως πρότειναν διακριτικά ότι θα ήταν σκόπιμο τα σεβάσμια αυτά αντικείμενα, που ειχαν τρείς φορές αιχμαλωτιστεί, να επιστραφούν στον τόπο της προέλευσης τους, μήπως και έφερναν και άλλη κακοτυχία. Μετά απο τις αναγκαίες διαδικασίες εναποτέθηκαν σε εκκλησίες των Ιεροσολύμων, όπου και έμειναν ως την άλωση τής πόλεως απο τους Πέρσες το 614. 

Συνέπειες της εκστρατείας.

 Ο αυτοκράτορας ήταν αποφασισμένος να αποκαταστήσει την επαρχία στην παλιά της έκταση και ευημερία – πράγματι σκόπευε «να εξαλείψει όλα τα ίχνη της κατάκτησης των Βανδάλων, σαν να μην υπήρχαν ποτέ, και να αποκαταστήσει τις συνθήκες που υπήρχανι πριν από τον ερχομό των Βανδάλων.  Για το σκοπό αυτό, απαγορεύτηκε στους Βάνδαλους να κατέχουν αξιώματα ή ακόμη και περιουσιακά στοιχεία, τα οποία επιστράφηκαν στους πρώην ιδιοκτήτες τους. 

Τα νέα σύνορα μετά την κατάλυση του Βανδαλικού κράτους και την επιστροφή της Βόρειας Αφρικής στην Αυτοκρατορία.

Παρά τις προθέσεις και τις διακηρύξεις του Ιουστινιανού, ωστόσο, ο ρωμαϊκός έλεγχος στην Αφρική δεν ήταν ακόμη ασφαλής. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του, ο Βελισάριος είχε εξασφαλίσει τις περισσότερες επαρχίες της Βυζακήνας, της Ζευγητανής και της Τριπολιτανίας. Πιο δυτικά, από την άλλη πλευρά, ο αυτοκρατορικός έλεγχος επεκτάθηκε σε μια σειρά από οχυρά που κατέλαβε ο στόλος κατά μήκος της ακτής μέχρι τον Κωνσταντίνο , ενώ οι περισσότερες από τις εσωτερικές περιοχές της Νουμιδίας και της Μαυριτανίας παρέμειναν υπό τον έλεγχο των τοπικών φυλών των Μαούρι, όπως πράγματι συνέβαινε στην εποχή των Βανδάλων βασιλιάδων.  Οι Μαούρι αρχικά αναγνώρισαν την επικυριαρχία του Αυτοκράτορα και έδωσαν ομήρους στις αυτοκρατορικές αρχές, αλλά σύντομα έγιναν ανήσυχοι και ξεσηκώθηκαν

Ο πρώτος αυτοκρατορικός κυβερνήτης, ο πρώην δομέστικος του Βελισάριου ο Σολομών, ο οποίος συνδύαζε τα αξιώματα τόσο του Μεγίστρου όσο και του πραιτωριανού νομάρχη, μπόρεσε να σημειώσει επιτυχίες εναντίον τους και να ενισχύσει τη ρωμαϊκή κυριαρχία στην Αφρική, αλλά το έργο του διακόπηκε από μια εκτεταμένη στρατιωτική ανταρσία το 536. Η ανταρσία τελικά υποτάχθηκε από τον Γερμανό ξάδερφο του Ιουστινιανού, και ο Σολομών επέστρεψε το 539. Έπεσε, ωστόσο, στη μάχη του Κιλλίου το 544 εναντίον των ενωμένων φυλών των Μαουρών και η Ρωμαϊκή Αφρική βρισκόταν ξανά σε κίνδυνο. Μόλις το 548 η αντίσταση των φυλών των Μαουρί θα καμφθεί οριστικά.

Μετά την ανακατάληψη της Αφρικής ακολούθησε το επόμενο σχέδιο του Ιουστινιανού, το οποίο ήταν η ανάκτηση της Ιταλίας. Θα ακολουθούσε ένας τρομερός πόλεμος στην Ιταλική χερσόνησο που θα κρατούσε 20 χρόνια και θα άφηνε ολόκληρη την Ιταλία ερειπωμένη.  Οι μεγάλες πόλεις εγκαταλείφθηκαν καθώς η Ιταλία έπεσε σε μια μακρά περίοδο παρακμής.

Αλέξιος Α΄ Κομνηνός – Ένας από τους σπουδαιότερους Βυζαντινούς Αυτοκράτορες.

Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός (1048/1056 - 15 Αυγούστου 1118) ήταν Βυζαντινός Αυτοκράτορας από το 1081 ως το 1118. Εξέχουσα στρατιωτική και πολιτική μορφή, ήταν...

Πελοποννησιακός Πόλεμος: H εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία και η πανωλεθρία τους έξω από τα τείχη των Συρακουσών 

Η Εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία ξεκίνησε το 415 π.Χ και ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 413 π.Χ, στα πλαίσια του Πελοποννησιακού Πολέμου. Στόχος της...