Γοτθικός Πόλεμος (Β Μέρος) – Απο την αντεπίθεση των Γότθων μέχρι την τελική επικράτηση των Βυζαντινών και την ερήμωση της Ιταλίας.

Αναζωπύρωση του Γοτθικού πολέμου (542-552)

Ο Γοτθικός Πόλεμος μεταξύ της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού Α’ και του Οστρογοτθικού Βασιλείου της Ιταλίας έλαβε χώρα από το 535 έως το 554 στην Ιταλική Χερσόνησο, τη Δαλματία, τη Σαρδηνία, τη Σικελία και την Κορσική. Ο πόλεμος είχε τις ρίζες του στη φιλοδοξία του Ιουστινιανού να ανακτήσει τις επαρχίες της πρώην Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που οι Ρωμαίοι είχαν χάσει από εισβολείς βαρβαρικών φυλών τον προηγούμενο αιώνα, κατά την περίοδο της μετανάστευσης.

Στον πόλεμο που ακολούθησε η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ανακατέλαβε την επαρχία της Αφρικής από τους Βάνδαλους. Οι ιστορικοί συνήθως χωρίζουν τον πόλεμο σε δύο φάσεις:

  • Από το 535 έως το 540 που τελειώνει με την πτώση της πρωτεύουσας των Οστρογότθων τη Ραβέννα και την ανακατάληψη της Ιταλίας.
  • Από το 540/541 έως το 553 με μια γοτθική αναβίωση υπό τον Τοτίλα, που καταπνίγηκε μόνο μετά από μεγάλο αγώνα από τον βυζαντινό στρατηγό Ναρσή, ο οποίος απέκρουσε επίσης μια εισβολή των Φράγκων και των Αλαμάννων το 554 .

Το 554 ο Ιουστινιανός εξέδωσε την ρεαλιστική κύρωση που προέβλεπε τη νέα κυβέρνηση της Ιταλίας. Αρκετές πόλεις στη βόρεια Ιταλία άντεξαν ενάντια στους Ανατολικούς Ρωμαίους μέχρι το 562. Μέχρι το τέλος του πολέμου, η Ιταλία είχε καταστραφεί και ερημωθεί. Θεωρήθηκε ως μια Πύρρειος νίκη για τους Ανατολικούς Ρωμαίους, οι οποίοι βρέθηκαν ανίκανοι να αντισταθούν σε μια εισβολή των Λομβαρδών το 568, που είχε ως αποτέλεσμα η Κωνσταντινούπολη να χάσει οριστικά τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα της ιταλικής χερσονήσου.

Η άνοδος του Τωτίλα (541) και η ανασυγκρότηση της γοτθικής δύναμης

Η Αυτοκρατορία μετά την πτώση της Ραβέννας και το τέλος της πρώτης φάσης του πολέμου.

Όταν ο Βελισάριος διατάχθηκε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη μετά την πτώση της Ραβέννας το 540, δεν είχε διοριστεί άλλος γενικός αρχιστράτηγος στην Ιταλία, μολονότι εγκαθιδρύθηκε ενιαία πολιτική διοίκηση. Αντίθετα, καθένας απο τους διάφορους στρατηγούς αναφερόταν απευθείας στον ίδιο τον αυτοκράτορα. Εξαιτίας της βραδύτητας των επικοινωνιών, αυτό ήταν επόμενο να οδηγήσει σε αναποφασιστικότητα και χάος. Αλλά η απόπειρα Ιταλών συγκλητικών και Γότθων ηγετών να πείσουν τον Βελισάριο να ανακηρυχθεί αυτοκράτορας στη Δύση θεωρήθηκε προειδοποίηση για το μέγεθος της αποξένωσης της Ιταλίας και για τον κίνδυνο που εγκυμονούσε η συγκέντρωση της στρατιωτικής εξουσίας σε ένα πρόσωπο, το οποίο ενδεχόταν να φανεί λιγότερο ευσυνείδητο στην πίστη του απο τον Βελισάριο. 

Πολλοί Γότθοι ηγέτες με τους οπαδούς τους είχαν αυτομολήσει στην υπηρεσία των Ρωμαίων. Οι υπόλοιποι συγκέντρωσαν τους διασκορπισμένους οπαδούς τους και ανασυντάχθηκαν κοντά στο Τικινό, ενώ οι Ρωμαίοι στρατηγοί φιλονικούσαν και έριζαν μεταξύ τους. Πριν από το τέλος του ίδιου έτους οι Γότθοι είχαν εκλέξει ως βασιλιά έναν από τους ηγέτες τους, τον Ιλδίβαδο. Το οστρογοτθικό βασίλειο είχε ανασυσταθεί, αν και σε περιορισμένη κλίμακα. Ο Ρωμαίος στρατηγός Βέσσας παρέμεινε αδρανής στην Πλακεντία, τη στιγμή που θα μπορούσε με αποφασιστική δράση να ματαιώσει την ανασυγκρότηση των Γότθων.

Δεν είναι γνωστό αν εμποδιζόταν απο τις οδηγίες του Ιουστινιανού η απο την αδυναμία των δυνάμεων που διέθετε. Η θέση του βασιλιά Ιλδιβάδου ήταν ασθενής. Μόνο μια μεγάλη στρατιωτική επιτυχία μπορούσε να τον στερεώσει στον θρόνο του. Τον Μάιο του 541 οι εχθροί του τον δολοφόνησαν και στη θέση του αναγόρευσαν βασιλιά τον Εράριχο, ηγέτη των Ρογών, μικρού γερμανικού φύλου που είχε ακολουθήσει τους Οστρογότθους στις μακρές περιπλανήσεις τους αλλα διατηρούσε την εθνική του ταυτότητα. Ως παρείσακτος, δεν είχε εμπλακεί στις λυσσαλέες αντιζηλίες που διαιρούσαν τους Γότθους ευγενείς. Και αυτός όμως χρειαζόταν μια νίκη. Παρά την αδράνεια των Ρωμαίων όμως, δεν προέβη σε στρατιωτικές κινήσεις. 

Διαβάστε επίσης: Γοτθικός Πόλεμος (Α Μέρος) – Η εισβολή του Βελισάριου στην Ιταλία και η ανακατάληψη της Ρώμης.

Αντίθετα, πιστεύοντας οτι η γοτθική υπόθεση ήταν καταδικασμένη, προσφέρθηκε να συνάψει συνθήκη με τους Ρωμαίους, βάσει των όρων που είχε προτείνει ο Ιουστινιανός πριν απο την πτώση της Ραβέννας, πράγμα που θα περιόριζε το ακρωτηριασμένο γοτθικό βασίλειο πρός τα βόρεια του Πάδου. Παράλληλα, διατύπωσε μυστική πρόταση να παραδώσει στον Ιουστινιανό όλη την Ιταλία, ζητώντας ως αντάλλαγμα μεγάλο ποσό σε χρυσό και τον τίτλο του πατρικίου. Λίγοι θα αισθάνθηκαν έκπληξη όταν και αυτός με τη σειρά του δολοφονήθηκε, το φθινόπωρο του 541, και αντικαταστάθηκε απο έναν ανιψιό του Ιλδιβάδου, τον Τωτίλα. Οι Ρωμαίοι είχαν προφανώς κάθε συμφέρον να αφήσουν τους Γότθους να σπαράσσονται απο τις αυτοκαταστροφικές αντιζηλίες και τις αμοιβαίες προδοσίες. Ο Ιουστινιανός ήλπιζε ασφαλώς ότι ο Τωτίλας θα ακολουθούσε την ολέθρια οδό που είχε χαράξει ο προκάτοχός του. 

Ο Τωτίλας ήταν ο προτελευταίος βασιλιάς των Οστρογότθων, βασιλεύοντας από το 541 έως το 552. Ήταν εξαιρετικός πολιτικός και στρατιωτικός αρχηγός ο οποίος ανέκτησε κατά τη διάρκεια των Γοτθικών πολέμων από το 543 όλες τις περιοχές που είχαν κατακτηθεί από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (540). 
Στη Μάχη των Βουσταγαλλώρων το καλοκαίρι του 552 στα Απένινα κοντά στη σημερινή πόλη Φαμπριάνο ο Γοτθικός στρατός συνετρίβη και ο Τωτίλας τραυματίστηκε θανάσιμα.

Αλλά ο Τωτίλας ήταν άνδρας διαφορετικού χαρακτήρα. Δραστήριος και οξυδερκής, έθεσε τέρμα στην αδράνεια των προηγούμενων δύο ετών. Απο τη δράση του εξάλλου φαίνεται οτι έκανε επανεκτίμηση των σχέσεων μεταξύ Γότθων και Ρωμαίων. Η γοτθική ηγεσία είχε στηρίξει, με μικρά διαλείμματα, τον έλεγχό της στην Ιταλία στη συνεργασία με τους μεγάλους γαιοκτήμονες της συγκλητικής τάξης, με τους οποίους είχε κοινά συμφέροντα. Για τον Τωτίλα η τάξη αυτή είχε πια εκτεθεί υπέρ του Βυζαντίου η ήταν καθαυτή υπερβολικά διηρημένη και δεν μπορούσε να παράσχει αξιόπιστη υποστήριξη στη γοτθική εξουσία. Γι’ αυτο στράφηκε στους ανθρώπους που καλλιεργούσαν τη γή της Ιταλίας, αγρότες και παροίκους, και τους προσέφερε την ελευθερία τους απο τους άρπαγες και τυραννικούς κυρίους τους.

Οπωσδήποτε, ο Τωτίλας ζήτησε την υποστήριξη μιάς ομάδας καταπιεσμένης ως τότε και την εξασφάλισε σε μεγάλο μέρος. Με την ενέργεια αυτή ανέτρεψε τελείως την ισορροπία των δυνάμεων στην Ιταλία και λίγο έλειψε να διώξει τους Ρωμαίους απο τη χερσόνησο.Ο χειμώνας του 541-542 αναλώθηκε στον εξοπλισμό και στην εκπαίδευση μιάς νέας γοτθικής στρατιάς στην περιοχή του Τικινού. Την άνοιξη του 542 ο Τωτίλας προέλασε αιφνίδια πρός τα νότια και νίκησε τις ρωμαϊκές δυνάμεις σε δύο μάχες έκ παρατάξεως, στη Φαβεντία και στη Μουκέλλι (Mugello), κοντά στη Φλωρεντία. Ενώ οι Ρωμαίοι παρέπαιαν ακόμη απο τις αλλεπάλληλες ήττες τους, πορεύθηκε εσπευσμένα πρός νότο κατά μήκος των υπωρειών των Απεννίνων και κατέλαβε τα οχυρά της Βενεβέντου και του Σαμνίου, απο όπου μπορούσε να απειλεί όλες τις ρωμαϊκές θέσεις στη νότια Ιταλία. 

Πρώτος του στόχος υπήρξε η Νεάπολη, η κυριότερη βάση ανεφοδιασμού στην Ιταλία, την οποία πολιόρκησε στη μέση του καλοκαιριού. Συγχρόνως, άρχισε να κατασκευάζει στόλο σε ορισμένους μικρότερους λιμένες της Καμπανίας. Είχε επισημάνει τα τεράστια στρατηγικά πλεονεκτήματα που παρείχε στους Ρωμαίους η θαλάσσια δύναμη και είχε αποφασίσει να αναμετρηθεί μαζί τους στο ίδιο το στοιχείο τους. Ενώ η κύρια δύναμη του εξακολουθούσε να πολιορκεί τη Νεάπολη, αιφνιδιαστικές επιδρομές ανάγκασαν τους Ρωμαίους να εγκαταλείψουν το ένα μετά το άλλο τα οχυρά τους. Σε κάθε πόλη η οχυρό που εκπορθούσε, διέταξε να κατεδαφιστούν τα τείχη. Αυτό δεν ήταν μόνο μέτρο τακτικής, που απέβλεπε να αποτρέψει ενδεχόμενη ανακατάληψη της θέσης εκείνης απο τους Ρωμαίους, αλλά και ενέργεια με πολιτικό συμβολισμό, γιατί οι πόλεις ήταν οι έδρες της τάξης των γαιοκτημόνων, που ζούσαν και ευημερούσαν απο την εκμετάλλευση της αγροτικής υπαίθρου. 

Απο όλη τη νότια Ιταλία οι γαιοκτήμονες έφευγαν έντρομοι στη Σικελία η στην αντίπερα ακτή της Ηπείρου, ενώ οι πάροικοι έβλεπαν τα μισθώματά τους να παραγράφονται και οι δούλοι απελευθερώνονταν. Πολλοί απο τους τελευταίους εντάσσονταν στον γοτθικό στρατό, στον οποίο αφοσιώνονταν με ακλόνητη πίστη. Έτσι οι δυνάμεις του Τωτίλα αυξάνονταν, ενώ η ήττα και η αποθάρρυνση απλώνονταν στο ρωμαϊκό στρατόπεδο.

Γοτθικός Πόλεμος (535–554)- Οι εκστρατίες του Βελασάριου (Πορτοκαλί) του Τωτίλα (πράσινο) και του Ναρσή (κόκκινο)

Το φθινόπωρο του 542 ήδη, έξι μόλις μήνες απο τότε που είχε ξεκινήσει απο το Τικινό, ο Τωτίλας ήταν κύριος όλης σχεδόν της Ιταλίας, εκτός απο τη Ρώμη και τη Ραβέννα, απο ορισμένα οχυρά των Απεννίνων και απο μερικές οχυρές πόλεις των παραλίων. Σπάνια σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα σημειώθηκε τόσο εντυπωσιακή μεταστροφή της τύχης. Απο ρωμαϊκής πλευράς δεν φαίνεται να έγινε απόπειρα ρωμαλέας αντίδρασης στη νέα κατάσταση. Υπεύθυνοι ήταν, ως ένα σημείο, η αποδιοργάνωση που είχε προκαλέσει ο λοιμός και η κατάρρευση του μηχανισμού που έπαιρνε τις αποφάσεις, εξαιτίας της αρρώστιας του Ιουστινιανού και της κρίσης της διαδοχής. Αλλος όμως καίριος παράγοντας υπήρξε η εσφαλμένη στρατηγική απόφαση της μεγάλης αλλά ολέθριας εκστρατείας στην περσική Αρμενία. 

Την άνοιξη του 543 ο νεοσύστατος γοτθικός στόλος απέσπασε την πρώτη του νίκη εναντίον ρωμαϊκής μοίρας, που επιχείρησε να διασπάσει τον αποκλεισμό της Νεάπολης. Οι υπερασπιστές της πόλης συνειδητοποίησαν οτι δεν τους απέμεναν ελπίδες και συνθηκολόγησαν. Ο Τωτίλας επέδειξε εξαιρετικό ανθρωπισμό τόσο απέναντι στη φρουρά, όσο και στον άμαχο πληθυσμό της Νεάπολης, ελπίζοντας οτι το παράδειγμα που έδινε θα υποκινούσε άλλες πόλεις να προσχωρήσουν στην υπόθεση των Γότθων. Επιτέλους, ο Ιουστινιανός πήρε την απόφαση να εγκαθιδρύσει ενιαία διοίκηση στην Ιταλία, αλλά ο διορισμός ως επάρχου πραιτωρίων της Ιταλίας του Μαξιμίνου, πολιτικού χωρίς στρατιωτική πείρα, δεν κατόρθωσε να ανακόψει την κατάρρευση της ρωμαϊκής δύναμης.

Εξελίξεις στη βυζαντινή Αφρική

Ήττες δεν αντιμετώπιζαν μόνο στην Ιταλία οι Ρωμαίοι. Και στην Αφρική, όπου δέκα χρόνια νωρίτερα η νίκη είχε φανεί ολοκληρωτική, το πρόβλημα της εδραίωσης της ρωμαϊκής δύναμης σε μεγάλες περιοχές με μαυριτανικό πληθυσμό αποδείχθηκε δυσχερές. Ο Σολομών, που είχε μείνει ώς στρατηλάτης και έπαρχος πραιτωρίων της Αφρικής μετά την αναχώρηση του Βελισαρίου, δημιούργησε σταδιακά ένα δίκτυο οχυρών θέσεων, που απέβλεπε να απομακρύνει τους Μαυρουσίους απο την περιοχή των ρωμαϊκών εγκαταστάσεων,

Ήταν όμως σχεδόν ακατόρθωτο έργο να οργανώσει και να υπερασπίσει ένα ανοιχτό μέτωπο μήκους 1.000 μιλίων με τις περιορισμένες δυνάμεις που διέθετε. Το 544 ο Σολομών σκοτώθηκε σε μιά μικροσυμπλοκή και τα φύλα των Μαυρουσίων επανέλαβαν τις επιθέσεις τους. Οταν χάθηκε το στιβαρό χέρι του Σολόμωνος, πολλοί απο τους Ρωμαίους στρατιώτες, που δεν είχαν μισθοδοτηθεί απο καιρό, συμμάχησαν με τους αντάρτες. Οι ανακτημένες επαρχίες της Αφρικής βρίσκονταν σε κίνδυνο.

Διαβάστε επίσης: Βανδαλικός Πόλεμος: Ο Ιουστινιανός στέλνει τον Βελισάριο να ανακαταλάβει τα χαμένα Ρωμαϊκά εδάφη της Βόρειας Αφρικής.

Δεύτερη πολιορκία και άλωση της Ρώμης απο τον Τωτίλα (545-546)

Εκμεταλλευόμενος μια πενταετή εκεχειρία στην Ανατολή, ο Βελισάριος στάλθηκε πίσω στην Ιταλία με 200 πλοία το 544. Κατέλαβε με επιτυχία μεγάλο μέρος της νότιας Ιταλίας, αλλά, σύμφωνα με τον Προκόπιο, είχε μεγάλη έλλειψη από προμήθειες και ενισχύσεις και έτσι ένιωθε ανίκανος να βαδίσει προς την ανακούφιση της Ρώμης.

Η σταθερή κατάρρευση της Δύσης έπεισε τον Ιουστινιανό να ανακαλέσει τον Βελισάριο απο την ταπεινωτική του απομόνωση και να του αναθέσει την αρχιστρατηγία στην Ιταλία, ο οποίος, στα τέλη του 544, έφτασε στη Ραβέννα μέσω θαλάσσης. Εφερνε όμως λιγοστά στρατεύματα και οι ρωμαϊκές μονάδες που βρίσκονταν στην Ιταλία ήταν οι περισσότερες διασκορπισμένες σε διάφορες οχυρές θέσεις, τις οποίες προσπαθούσαν να υπερασπίσουν όσο καλύτερα μπορούσαν απο τους αεικίνητους Γότθους. Ο Βελισάριος δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει άμεση αναμέτρηση με τον Τωτίλα. Όλο το 545 συνεχίστηκε αυτή η ακινησία, ενώ οι Γότθοι συνέχιζαν να σαρώνουν τις στρατηγικές θέσεις των Ρωμαίων. 

Η θέση του Βελισαρίου εξασθένησε ακόμη περισσότερο εξαιτίας της μαζικής λιποταξίας των στρατιωτών του απο το Ιλλυρικό, οι εστίες των οποίων είχαν ερημωθεί απο νέα βουλγαρική εισβολή. Τα μηνύματά του στην Κωνσταντινούπολη ζητούσαν όλο και περισσότερο επειγόντως να σταλούν ουσιαστικές ενισχύσεις, προτού είναι πολύ αργά. Στο μεταξύ, ο Τωτίλας μετέφερε τον κύριο όγκο του στρατού του στη Ρώμη και την πολιόρκησε, ενώ ο γοτθικός στόλος απέκλειε το στόμιο του ποταμού Τίβερη, εμποδίζοντας τον ανεφοδιασμό της πόλης απο τη θάλασσα.

Την άνοιξη του επόμενου έτους 546 μεγάλο εκστρατευτικό σώμα, που προοριζόταν για την Ιταλία, έφτασε στο Δυρράχιο. Μεταξύ του Βελισαρίου και του αρχηγού της νέας στρατιάς, Ιωάννη δεν υπήρχε συμφωνία ως πρός τους στρατηγικούς στόχους. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγήσει ο Ιωάννης το μεγαλύτερο μέρος του στρατού στο Βρεντέσιο και να αρχίσει να διώχνει τους Γότθους απο πολλές θέσεις της νότιας Ιταλίας, τις οποίες καταλάμβανε, χωρίς όμως και να μπορεί να τις υπερασπίσει, επειδή είχαν κατεδαφιστεί οι οχυρώσεις τους, ενώ ο Βελισάριος έσπευδε να ενωθεί με τη φρουρά του Πόρτου, απο όπου ήλπιζε οτι θα μπορούσε να ανακουφίσει τη Ρώμη. Η πόλη μαστιζόταν απο τον λιμό. 

Μια απέλπιδα προσπάθεια του Βελισάριου να ανακουφίσει τη Ρώμη έφτασε κοντά στην επιτυχία αλλά τελικά απέτυχε. Μετά από περισσότερο από ένα χρόνο πολιορκίας, ο Τωτίλας εισήλθε τελικά στη Ρώμη στις 17 Δεκεμβρίου 546,  όταν οι άνδρες του σκαρφάλωσαν στα τείχη τη νύχτα και άνοιξαν την Ασινάρια Πύλη. 
Ο Προκόπιος αναφέρει ότι ο Τοτίλα βοηθήθηκε από κάποια στρατεύματα από την αυτοκρατορική φρουρά που είχαν συνάψει μυστική συμφωνία με τους Γότθους. 
Η Ρώμη λεηλατήθηκε και ο Τοτίλα, που είχε εκφράσει την πρόθεση να ισοπεδώσει πλήρως την πόλη, αρκέστηκε να γκρεμίσει περίπου το ένα τρίτο των τειχών. Στη συνέχεια έφυγε καταδιώκοντας τις βυζαντινές δυνάμεις στην Απουλία

Ο Ρωμαίος στρατηγός Βέσσας και οι ανώτεροι αξιωματικοί του έπαιρναν στα χέρια τους μεγάλο μέρος του πλούτου της πόλης και πουλούσαν τις στρατιωτικές μερίδες σε υπέρογκες τιμές στους ευπορότερους πολίτες. Πολλοί ήταν έτοιμοι να παραδοθούν στον Τωτίλα, στον οποίο μάλιστα έγιναν προτάσεις απο μια ομάδα συγκλητικών, καθώς και απο τον διάκονο Πελάγιο που ήταν η ουσιαστική κεφαλή της ρωμαϊκής εκκλησίας, επειδή απουσίαζε ο πάπας Βιγίλιος. Δεν επιτεύχθηκε ομως συμφωνία με παραδεκτούς όρους και η πολιορκία συνεχίστηκε. Ο Βελισάριος έκανε μια τολμηρή απόπειρα να εισαγάγει εφόδια μέσω του Τίβερη, καλύπτοντας το εγχείρημά του με μαζική έξοδο απο τον Πόρτο, αλλά η μη συνεργασία του Βέσσα – η σύγχυση – οδήγησε την προσπάθεια σε αποτυχία. 

Τελικά, στις 17 Δεκεμβρίου του 546, μια ομάδα Ρωμαίων στρατιωτών άνοιξε την Ασιναρία Πύλη της Ρώμης και άφησε τους Γότθους να εισδύσουν στην πόλη. Τα αντίπαλα στρατεύματα διέσχιζαν απ᾿ άκρου σε άκρο την Ιταλία, ενώ σε διάφορα σημεία τα στρατηγικά οχυρά μετέβαλλαν διαδοχικά κυρίους. Οι Ρωμαίοι όμως δεν ήταν σε θέση η δεν ήθελαν να εξαναγκάσουν τον Τωτίλα να δώσει μάχη η να οργανώσουν συστηματική επίθεση. Το ρωμαϊκό οχυρό της Περυσίας, που άρχισαν να πολιορκούν οι Γότθοι το καλοκαίρι του 547, έπεσε στις αρχές του 549. Η Ρώμη ωστόσο, εγκαταλείφθηκε απο τον Τωτίλα λίγους μήνες μετά την άλωσή της. Γενικά, οι Γότθοι εξακολουθούσαν να πλεονεκτούν και να διατηρούν τον ουσιαστικό έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους της Ιταλίας. Η προοδευτική ερήμωση εξαιτίας του πολέμου και ο ολοένα βιαιότερος χαρακτήρας του κατέστρεφαν σιγά σιγά την ευημερία της Ιταλίας και την κοινωνική συνοχή των κοινοτήτων της.

Τρίτη πολιορκία της Ρώμης (549-550)

Στις αρχές του 548 ο Ιουστινιανός αντιμετώπισε νέα προβλήματα. Η Θεοδώρα ασθένησε θανάσιμα. Πέθανε στις 28 Ιουνίου, πιθανότατα απο καρκίνο. Λίγο μετά τον θάνατό της εκδηλώθηκε στην Κωνσταντινούπολη μυστηριώδης συνωμοσία, με φαινομενικό στόχο να ανεβάσει τον Γερμανό στον θρόνο. Ούτε ο Γερμανός ούτε ο γιός του Ιουστίνος ήταν άμεσα αναμεμιγμένοι, αλλά ο Ιουστινιανός αισθάνθηκε οτι θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι. Δεν πίστευε οτι οι τρείς Αρμένιοι, που κρίθηκαν ένοχοι προδοσίας, ήταν οι κύριοι υποκινητές του σχεδίου. Την ίδια περίπου εποχή οι Πέρσες επανέλαβαν τις εχθροπραξίες στη Λαζική, η οποία δεν είχε καλυφθεί απο την πενταετή ειρήνη. 

Ανήσυχος και αβέβαιος ο Ιουστινιανός, διέταξε τον Βελισάριο να επιστρέψει απο την Ιταλία στις αρχές του 549, με την πρόθεση, καθώς φαίνεται, να του αναθέσει την ηγεσία στην Ανατολή, αν κλιμακώνονταν οι εχθροπραξίες στη Λαζική. Ωστόσο, το 550 ο Χοσρόης ανανέωσε την ειρήνη για άλλα πέντε χρόνια, χωρίς και να παύσει να επεκτείνει τη ζώνη επιρροής του στη Λαζική, και ο Βελισάριος παρέμεινε στην πρωτεύουσα χωρίς συγκεκριμένα καθήκοντα. 

Ο Βελισάριος ανακατέλαβε τη Ρώμη τέσσερις μήνες αργότερα, την άνοιξη του 547 και ανοικοδόμησε βιαστικά τα κατεδαφισμένα τμήματα του τείχους. Το 549, ο Τοτίλα προχώρησε ξανά εναντίον της Ρώμης. Τελικά οι άντρες του Τωτίλα σάρωσαν την πόλη, σκοτώνοντας όλους εκτός από τις γυναίκες, που γλίτωσαν με τις διαταγές του, και λεηλάτησαν όσα πλούτη είχαν απομείνει. 

Στην Ιταλία επαναφέρθηκε το παλαιό σύστημα της διηρημένης εξουσίας και γρήγορα εκδηλώθηκαν τα μειονεκτήματά του. Το 549 γοτθικός στόλος διεξήγαγε επιδρομές εναντίον των παραλιακών πόλεων της Δαλματίας, που ήταν ουσιαστικά απροστάτευτες, αποσπώντας πλήθος λάφυρα και αιχμαλώτους. Ο Τωτίλας άρχισε και πάλι να πολιορκεί τη Ρώμη και κατέλαβε το Πόρτο. Μολονότι η πόλη διέθετε 3.000 επίλεκτους άνδρες υπό έναν αξιωματικό, τον οποίο διόρισε ο Βελισάριος, δεν μπορούσε να υπομείνει την πείνα. Στις 16 Ιανουαρίου 550 Ίσαυροι στρατιώτες άνοιξαν την Πύλη της Οστίας και εισήγαγαν στην πόλη τους Γότθους, οι οποίοι κατέσφαξαν το μεγαλύτερο μέρος της φρουράς. Περίπου 700 αυτομόλησαν στους Γότθους, ελπίζοντας τουλάχιστον οτι θα πληρώνονταν τακτικά. Ο Τωτίλας συμπεριφέρθηκε αυτή τη φορά στη Ρώμη οχι ως κατακτητής, αλλα ως νόμιμος ηγεμόνας. 

Ανέλαβε δημόσια έργα, ανακάλεσε πολλούς απο τους παλαιούς κατοίκους της απο την εξορία, εγκατέστησε Γότθους στην πόλη και προήδρευσε στους τελευταίους ίσως, όπως αποδείχθηκε, ιππικούς αγώνες στον Μεγάλο Ιππόδρομο. Έχοντας αυτοπεποίθηση για τη θέση του, διατύπωσε νέες προτάσεις ειρήνης στον Ιουστινιανό. Αλλά ο αυτοκράτορας απαξίωσε ακόμη και να δεχθεί τους πρέσβεις του. Ο Τωτίλας τότε συνειδητοποίησε οτι μόνο μια ολοκληρωτική στρατιωτική νίκη θα εγγυόταν την επιβίωση του γοτθικού βασιλείου και άρχισε να την επιζητεί, μεταφέροντας τον πόλεμο στη Σικελία (550). Μολονότι δεν κατόρθωσε να καταλάβει καμιά απο τις πόλεις της, οι δυνάμεις του όργωσαν κυριολεκτικά τη μεγαλόνησο λεηλατώντας ανελέητα.

Διαβάστε επίσης: Μάχη του Δάρας (530μ.Χ) – H συντριπτική νίκη των Βυζαντινών επί των Περσών που ανέδειξε τον Βελισάριο, τον ικανότερο στρατηγό του Ιουστινιανού

Αναδιοργάνωση της βυζαντινής επίθεσης και οριστική κατάλυση του γοτθικού κράτους

Η απώλεια της Σικελίας ανάγκασε τον Ιουστινιανό να συνειδητοποιήσει οτι μόνο μια δυναμική στρατιωτική προσπάθεια, με την υποστήριξη άφθονων και αποτελεσματικών εφοδίων, θα είχε πιθανότητες να καταβάλει τους Γότθους. Οπως ο Τωτίλας, εξαρτιόταν τώρα και αυτός απο την ολοκληρωτική νίκη. Οπωσδήποτε, η ανανέωση της ειρήνης με τους Πέρσες καθιστούσε την προσπάθεια αυτή λιγότερο ριψοκίνδυνη. Εξάλλου, απο το 543 η οικονομική διοίκηση της αυτοκρατορίας βρισκόταν στα ικανά αλλά άτεγκτα χέρια του Πέτρου Βαρσύμη, ενός Σύρου πρώην προστατευόμενου του Ιωάννη Καππαδόκη. Είχε χρηματίσει διαδοχικά «κόμης των θείων θησαυρών», «έπαρχος των πραιτωρίων» και πάλι «κόμης των θείων θησαυρών» το 550, και η προσεκτική διαχείρισή του συντέλεσε στη μείωση των περιορισμών της έκτασης των στρατιωτικών επιχειρήσεων. 

Ο Ιουστινιανός είχε ειδοποιήσει τον ξάδελφό του Γερμανό να είναι έτοιμος να αναλάβει την ηγεσία στην Ιταλία και την άνοιξη του 550 τον διόρισε αρχιστράτηγο του πολέμου εναντίον των Οστρογότθων. Ο Γερμανός ήταν έμπειρος και επιτυχημένος αξιωματικός και είχε την εύνοια της ιταλικής συγκλητικής τάξης, πέρα απο το γεγονός οτι ήταν στενός συγγενής του αυτοκράτορα. Είχε επίσης πρόσφατα παντρευτεί την εγγονή του Θευδερίχου και χήρα του Ουιττίγιδος Ματασούνθα. Το παιδί που περίμενε να γεννηθεί θα συνδεόταν τόσο με τον Ρωμαίο αυτοκράτορα, όσο και με τη γοτθική βασιλική οικογένεια. Η είδηση του διορισμού του Γερμανού έκανε τον Τωτίλα να αποσυρθεί στα τέλη του 550 απο τη Σικελία, φορτωμένος λεία. 

Ο Ναρσής (478 – 574) ήταν Βυζαντινός στρατηγός στην υπηρεσία του Ιουστινιανού του Α’ . Πέρασε το περισσότερο κομμάτι της ζωής του ως ευνούχος στο παλάτι των αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης. Το 538 πολέμησε εναντίον των Οστρογότθων στην Ιταλία υπό τις διαταγές του Βελισάριου, ενώ ένα χρόνο νωρίτερα εμφανίζεται ως δούκας της Θηβαΐδας της Αιγύπτου, όταν με εντολή του Ιουστινιανού κατέλυσε την παγανιστική θρησκεία στα νότια σύνορα της Αιγύπτου. Το 543 υπό τις διαταγές του βυζαντινού στρατηγού Βαλεριανού πολέμησε εναντίον των Περσών στη Μέση Ανατολή. Πέθανε στη Ρώμη, πιθανότατα το 574.

Ηταν ενδεχόμενο να αναγκαστεί να αντιμετωπίσει τον ρωμαϊκό στρατό, ο οποίος ήδη βάδιζε πρός τη βόρεια Ιταλία μέσω Δαλματίας, όπου ο Γερμανός, με τα άφθονα χρήματα που του διέθεσε ο Ιουστινιανός, συγκέντρωνε στρατό πρωτοφανών διαστάσεων. Ανησυχία κατέλαβε τους Γότθους και οι πολιορκημένες ρωμαϊκές φρουρές ανέκτησαν το θάρρος τους. Αιφνίδια όμως, το φθινόπωρο του 550, πέθανε ο Γερμανός. Η μεγάλη εκστρατεία αναβλήθηκε, αλλά δεν ματαιώθηκε. Ο νέος ἀρχιστράτηγος, που διορίστηκε την άνοιξη του 551, ήταν ο ευνούχος Ναρσής, ο οποίος είχε χρηματίσει «κουβικουλάριος» η «πραιπόσιτος του ιερού κουβουκλείου» για είκοσι και πλέον χρόνια και γνώριζε όλα τα σοβαρότερα προβλήματα του κράτους. Ήδη περίπου 70 ετών, υπήρξε ο έμπιστος του αυτοκράτορα σε πολλές λεπτές υποθέσεις και δεν στερούνταν στρατιωτικής πείρας. Ωστόσο, ο διορισμός ήταν παράδοξος. Ανεξάρτητα απο τη δοκιμασμένη ικανότητα και πίστη του Ναρσή και απο τον γενικό σεβασμό που απολάμβανε, ο Ιουστινιανός κινήθηκε, όπως φαίνεται, και απο έναν άλλο λόγο. 

Ως ευνούχος, ο Ναρσής δεν ήταν πιθανός διεκδικητής του θρόνου ούτε στην Κωνσταντινούπολη ούτε στη Ρώμη. Μπορούσε, συνεπώς, ακίνδυνα να του εμπιστευθεί μεγάλη στρατιωτική εξουσία. Φαίνεται οτι ο Ναρσής αρνήθηκε να δεχτεί την ηγεσία του πολέμου εναντίον των Γότθων, αν ο Ιουστινιανός δεν δεσμευόταν οτι θα ικανοποιούσε τις απαιτήσεις του σε χρήματα και εφόδια. Το καλοκαίρι του 551, ενώ ο Ναρσής συγκέντρωνε ακόμη στρατεύματα στη Θράκη και στο Ιλλυρικό, ρωμαϊκές μοίρες που είχαν ως βάση τη Ραβέννα και τα Σάλωνα ενώθηκαν για να χτυπήσουν τον γοτθικό στόλο στα ανοικτά της Σενογαλλίας κοντά στην Ανκόνα. 

Η ανδρεία των Γότθων δεν μπορούσε να παραβληθεί με τη ναυτική εμπειρία των Ρωμαίων, οι οποίοι απέσπασαν αποφασιστική νίκη. Ηταν η πρώτη ήττα του Τωτίλα σε μεγάλη σύγκρουση και κατέρριψε την ψευδαίσθηση για το αήττητο των Γότθων και τις ελπίδες που είχε γαλουχήσει. Την άνοιξη του 552 ο Ναρσής ξεκίνησε απο τα Σάλωνα επικεφαλής στρατού 30.000 τουλάχιστον ανδρών, στους οποίους περιλαμβάνονταν μεγάλα σώματα Ερούλων και Λογγοβάρδων απο την κεντρική Ευρώπη, αρκετές χιλιάδες Βούλγαροι μισθοφόροι, ακόμη και μια μονάδα Περσών αυτομόλων υπο την ηγεσία ενός ανιψιού του βασιλιά Χοσρόη. Προχωρώντας κατά μήκος της ακτής, ο στρατός έφτασε στη Ραβέννα στις 6 Ιουνίου. 

Αφού ξεκούρασε μερικές μέρες τα στρατεύματά του, ο Ναρσής προχώρησε, παρακάμπτοντας το Αρίμινο που κατείχαν οι Γότθοι, ως τη Φλαμινία οδό. Ο Τωτίλας προέλασε εναντίον του απο τη Ρώμη και στα τέλη Ιουνίου οι δύο στρατοί συγκρούστηκαν στη θέση Βουσταγαλλώρων (κοντά στο σημερινό Sasso Ferrato), στους πρόποδες των Απεννίνων. Οι Γότθοι υπέστησαν συντριπτική ήττα και άφησαν 6.000 νεκρούς στο πεδίο της μάχης. Μεταξύ των πεσόντων ήταν και ο βασιλιάς Τωτίλας, ο οποίος είχε σχεδόν επιτύχει να αποσπάσει την Ιταλία απο τον Ιουστινιανό. Η νίκη οφείλεται εν μέρει στην τακτική ιδιοφυΐα του Ναρσή, ο οποίος δεν συμμεριζόταν την περιφρόνηση του Βελισαρίου για το πεζικό.

Η συντριβή της γοτθικής στρατιάς στη θέση Βουσταγαλλώρων οφείλεται αναμφισβήτητα στη στρατηγική ιδιοφυΐα του Ναρσή. Η νίκη των Βυζαντινών αποδίδεται στην πρωτότυπη διάταξη της παράταξης τους, που χαρακτηρίζεται ως «ο πρώτος πειραματισμός συνδυασμού δόρατος και τόξου στη νεώτερη ιστορία». Αντίθετα με την ως τότε συνήθη τακτική, ο Ναρσής τοποθέτησε στο κέντρο της παράταξης του τα βαρβαρικά συμμαχικά στρατεύματα, στους άνδρες των οποίων δόθηκε η εντολή να αφιππεύσουν και να πολεμήσουν ως πεζοί, και χρησιμοποίησε ως προκάλυμμα των τακτικών έφιππων σωμάτων του, που είχαν παραταχθεί στα δύο κέρατα, ανά 4.000 τοξότες. Γνωρίζοντας οτι το γοτθικό ιππικό αποτελούσε ακαταμάχητο όπλο, συνέλαβε το σχέδιο να αντιπαρατάξει σ᾿ αυτό το συμμαχικό πεζικό του, αλλά να εξασθενήσει την ορμή της επίθεσης του με συνεχές και πυκνό πλευροκόπημα απο τους βυζαντινούς τοξότες, οι οποίοι διατάχθηκαν να μετακινηθούν σε θέση ημικυκλίου. Ετσι ο γοτθικός στρατός, στον οποίο ο Τωτίλας είχε παράδοξα δώσει εντολή να πολεμήσει αποκλειστικά με δόρατα, αποδεκατίστηκε ουσιαστικά προτού καν συμπλακεί με την κύρια παράταξη του ἀντιπάλου του.

Πραγματικά, οι 800 πεζοί τοξότες του έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στη διάσπαση της γοτθικής παράταξης. Τα υπολείμματα του γοτθικού στρατού κατέφυγαν στο Τικινό, οπου εξέλεξαν ως βασιλιά τον άλλοτε στρατηγό του Τωτίλα, Τεία. Δεν υπήρχε πια ελπίδα συμφωνίας μεταξύ Γότθων και Ρωμαίων. Ο Ιουστινιανός ήταν αποφασισμένος να καταστρέψει το γοτθικό βασίλειο και να εξοντώσει τους πολεμιστές, που αποτελούσαν τη σπονδυλική του στήλη. Ο Τεΐας διακήρυξε οτι συνειδητοποιούσε το αδύνατο κάθε διαπραγμάτευσης κόβοντας χρυσά και αργυρά νομίσματα με τη μορφή του αυτοκράτορα Αναστασίου, ο οποίος είχε πεθάνει πρίν απο 35 χρόνια.

Μετά τη νίκη του στη θέση Βουσταγαλλώρων ο Ναρσής έσπευσε στη Ρώμη, όπου η μικρή γοτθική φρουρά προέβαλε συμβολική μόνο αντίσταση. Διάφορα οχυρά, που βρίσκονταν ακόμη στην κατοχή των Γότθων, παραδόθηκαν. Οι Γότθοι απο τη δική τους πλευρά κατέσφαξαν τους γιούς των Ρωμαίων προκρίτων που κρατούσαν ως ομήρους. Και οι δύο πλευρές πολεμούσαν με διαρκώς μεγαλύτερη λύσσα. Μεταξύ των πόλεων που βρίσκονταν σκόμη υπό γοτθική κατοχή ήταν και η Κύμη, όπου είχαν μεταφερθεί απο τον Τωτίλα οι βασιλικοί θησαυροί. Την ηγεσία της πόλης είχε ο αδελφός του Τεία ο Αλίγερνος. Ο Τείας αποφάσισε να ενωθεί μαζί του και κινήθηκε εσπευσμένα προς τα νότια απο το Τικινό, αποφεύγοντας τα ρωμαϊκά στρατεύματα που προσπαθούσαν να αποκόψουν τον δρόμο του. 

Κατέλαβε μια ασφαλή θέση στις νότιες πλαγιές του όρους Βεσβίου (Βεζούβιος) πάνω απο την Πομπηία, απο όπου φαίνεται οτι ήλπιζε να φτάσει στην Κύμη μέσω θαλάσσης, αφού εκεί ναυλοχούσε ο γοτθικός στόλος. Ο Ναρσής όμως έσπευσε εναντίον του με μεγαλύτερες δυνάμεις και καθήλωσε τον γοτθικό στρατό στη θέση του. Επί δύο μήνες οι δύο στρατοί στρατοπέδευαν αντιμέτωποι στις δύο όχθες της κοίτης ενός ορεινού χειμάρρου, χωρίς κανείς να τολμά να εκτεθεί κάνοντας την πρώτη κίνηση. Αλλά οι Ρωμαίοι είχαν άφθονα εφόδια και οι μηχανικοί τους μπορούσαν να κατασκευάζουν ξύλινους πύργους, απο τους οποίους κατόπτευαν τα γοτθικά αμυντικά έργα.

Οι Γότθοι πιέστηκαν απο την πείνα και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στο όρος Γάλακτος (mons Lactarius), σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων, όπου περικυκλώθηκαν απο τις δυνάμεις του Ναρσή. Στις 30 Οκτωβρίου 552 έκαναν απεγνωσμένη απόπειρα να διασπάσουν τον κλοιό. Σκληρές μάχες σώμα πρός σώμα συνεχίστηκαν επί δύο μέρες, ωσότου οι επιζώντες Γότθοι παραδόθηκαν. Ο βασιλιάς Τείας σκοτώθηκε στη μάχη. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές των όρων που επιβλήθηκαν απο τους Ρωμαίους. Πιθανότερο είναι οτι οι επιζώντες Γότθοι απλώς αφοπλίστηκαν και τους επιτράπηκε να επιστρέψουν στις εστίες τους.

Διαβάστε επίσης: Μάχη της Αδριανούπολης (378 μ.Χ): Οι Γότθοι σαρώνουν τα Βαλκάνια και εξολοθρεύουν τον Ανατολικό Ρωμαικό στρατό, σε μία απο τις μεγαλύτερες ήττες της Αυτοκρατορίας.

Η αποκατάσταση της Βυζαντινής κυριαρχίας στην Ιταλία

Στην Ιταλία ο πόλεμος κατέστρεψε την αστική κοινωνία που υποστηριζόταν από μια κατοικημένη ενδοχώρα. Οι μεγάλες πόλεις εγκαταλείφθηκαν καθώς η Ιταλία έπεσε σε μια μακρά περίοδο παρακμής. Η εξαθλίωση της Ιταλίας και η αποστράγγιση της Αυτοκρατορίας κατέστησαν αδύνατο για τους Βυζαντινούς να διατηρήσουν τα κέρδη τους. Μόνο τρία χρόνια μετά το θάνατο του Ιουστινιανού το 565, τα ηπειρωτικά ιταλικά εδάφη έπεσαν στα χέρια των Γερμανών Λομβαρδών.

Το βασίλειο των Γότθων είχε διαλυθεί, αλλά χρειάστηκαν γι᾿ αυτό είκοσι χρόνια. Κατά τη διάρκεια των ετών αυτών μεγάλο μέρος της ωραίας ιταλικής γής είχε καταντήσει έρημος. Οι πόλεις της κείτονταν ερειπωμένες, οι κάτοικοι είχαν σκορπιστεί μακριά απο τις κατοικίες τους, ο πλούτος της είχε αναλωθεί. Όλη η δομή της ιταλικής κοινωνίας είχε υποστεί σοβαρό πλήγμα, απο το οποίο δεν έμελλε ποτέ να συνέλθει. Ο καρποί της νίκης του Ιουστινιανού αποδείχτηκαν πραγματικά πικροί. Υπήρχαν ακόμη διάσπαρτα οχυρά σημεία, που υπεράσπιζαν απεγνωσμένα γοτθικές φρουρές, τα οποία ο Ναρσής και οι στρατηγοί του ανέλαβαν να εκκαθαρίσουν. Ορισμένες φρουρές αντέταξαν λυσσαλέα αντίσταση και τα ρωμαϊκά στρατεύματα, που καθυστερούσαν πάλι να μισθοδοτηθούν, άρχισαν να χάνουν τον ενθουσιασμό που είχαν γεννήσει οι δυό λαμπρές τους νίκες. 

Οι Φράγκοι και οι Αλαμάννοι προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και εισέβαλαν στην Ιταλία, αυξάνοντας την ερήμωση και την αθλιότητα του πληθυσμού. Η Κύμη παραδόθηκε στα τέλη του 553. Οι Φράγκοι και Αλαμάννοι εισβολείς υπέστησαν συντριπτική ήττα απο τον Ναρσή σε μάχη κοντά στην Καπύη το φθινόπωρο του 554. Η Κώμψα, τελευταίο προπύργιο των Γότθων νότια του Πάδου, παραδόθηκε την άνοιξη του 555. Η Βερόνα και η Βριξία αντιστάθηκαν ως το 561 η τὸ 562. Τότε μόνο αποκαταστάθηκε η ρωμαϊκή κυριαρχία σε όλη την Ιταλία, απο τις Αλπεις ως το στενό της Μεσσήνης. Ο Ναρσής άρχισε να οργανώνει την άμυνά της. Μια ζώνη απο στρατιωτικές περιφέρειες με επικεφαλής δούκες, κάλυπτε τις οδούς των Αλπεων. Η υπόλοιπη Ιταλία καλύφθηκε με ασθενείς φρουρές και χωρίς υπεύθυνο αρχιστράτηγο επικεφαλής όλων των στρατιωτικών δυνάμεων. 

Προφανώς ο Ιουστινιανός θεωρούσε τις ιταλικές του κτήσεις ασφαλείς απο επιθέσεις. Όπως σε όλη τη διάρκεια του γοτθικού πολέμου οι Ρωμαίοι είχαν υποτιμήσει την απειλή που συνιστούσαν οι Φράγκοι, έτσι και τώρα δεν αντιλαμβάνονταν τον κίνδυνο εισβολής άλλων γερμανικών λαών, για τους οποίους η Ιταλία αποτελούσε ακατανίκητο πειρασμό. Η πολιτική διοίκηση της Ιταλίας ρυθμίστηκε με την Pragmatica Sanctio της 13ης Αὐγούστου 554.

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μετά τις εκστρατείες για την ανακατάληψη της Δύσης.

Με άλλα λόγια, παραχωρήθηκε στην Ιταλία μεγάλος βαθμός αυτονομίας στα θέματα τοπικής διοίκησης. Η φιλοδοξία του Ιουστινιανού να ανασυστήσει μια ενιαία και πολιτικά ομοιογενή ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα πλαίσια των παραδοσιακών της συνόρων πραγματοποιήθηκε εν μέρει μόνο στην Αφρική, όπου πολλά άλλοτε ρωμαϊκά εδάφη παρέμειναν υπό τον έλεγχο των Μαυρουσίων ως την αραβική κατάκτηση. Στην Ιταλία δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

Ο Γοτθικός Πόλεμος εξάντλησε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία από πόρους που θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί ενάντια σε πιο σοβαρές απειλές στην Ανατολή και στα Βαλκάνια. Στα ανατολικά, οι ειδωλολάτρες Σλάβοι και Κουτριγκούροι επιτέθηκαν και κατέστρεψαν τις βυζαντινές επαρχίες νότια του Δούναβη από το 517. Έναν αιώνα αργότερα η Δαλματία, η Μακεδονία, η Θράκη και το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας χάθηκαν από Σλάβους και Αβάρους. Μερικοί ιστορικοί έχουν λάβει διαφορετική άποψη για τις δυτικές εκστρατείες του Ιουστινιανού. Του έχουν ρίξει μεγάλη ευθύνη για την ευπάθεια της Αυτοκρατορίας στα τέλη του 6ου αιώνα και ειδικά μετά την πανώλη του Ιουστινιανού το 540–541, η οποίο εκτιμάται ότι σκότωσε έως και το ένα τέταρτο του πληθυσμού στο αποκορύφωμα του Γοτθικού Πολέμου, εξουθενωνοντας την αυτοκρατορία από ανθρώπινο δυναμικό και φορολογικά έσοδα που απαιτούνταν για να ολοκληρωθεί η εκστρατεία πιο γρήγορα. Κανένας ηγεμόνας, όσο σοφός κι αν ήταν, δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει την Πανούκλα, η οποία ήταν καταστροφική για την Αυτοκρατορία και την Ιταλία.  

Η Ιταλία μετά την εισβολή των Λομβαρδών

Στην Ιταλία ο πόλεμος κατέστρεψε την αστική κοινωνία που υποστηριζόταν από μια κατοικημένη ενδοχώρα. Οι μεγάλες πόλεις εγκαταλείφθηκαν καθώς η Ιταλία έπεσε σε μια μακρά περίοδο παρακμής. Η εξαθλίωση της Ιταλίας και η αποστράγγιση της Αυτοκρατορίας κατέστησαν αδύνατο για τους Βυζαντινούς να διατηρήσουν τα κέρδη τους. Μόνο τρία χρόνια μετά το θάνατο του Ιουστινιανού το 565, τα ηπειρωτικά ιταλικά εδάφη έπεσαν στα χέρια των Γερμανών Λομβαρδών. Το Εξαρχάτο της Ραβέννας, μια ζώνη εδάφους που εκτεινόταν σε όλη την κεντρική Ιταλία μέχρι το Τυρρηνικό πέλαγος και νότια της Νάπολης, μαζί με τμήματα της νότιας Ιταλίας, ήταν τα μόνα εναπομείναντα  αυτοκρατορικά εδάφη. Μετά τους Γοτθικούς Πολέμους η Αυτοκρατορία δεν θα είχε πιο σοβαρές φιλοδοξίες στη Δύση.

Η Ρώμη θα παρέμενε υπό αυτοκρατορικό έλεγχο έως ότου το Εξαρχάτο της Ραβέννας κατακτήθηκε οριστικά από τους Λομβαρδούς το 751. Ορισμένες παράκτιες περιοχές της νότιας Ιταλίας θα παρέμεναν υπό την ανατολική ρωμαϊκή επιρροή, μέχρι τα τέλη του 11ου αιώνα, ενώ το εσωτερικό θα διοικούνταν από Λομβαρδούς δούκες με έδρα το Μπενεβέντο και αργότερα επίσης στο Σαλέρνο και την Κάπουα. Το αποτέλεσμα του πολέμου ήταν ότι η Ιταλία διαλύθηκε. Η εκτεταμένη καταστροφή της Ιταλίας στον πόλεμο, τα σκληρά γοτθικά και βυζαντινά αντίποινα των υποστηρικτών των αντιπάλων τους και η βαριά βυζαντινή φορολογία οδήγησαν τον ιταλικό πληθυσμό να αλλάξει πίστη: αντί για πίστη στην Αυτοκρατορία, οι ταυτότητές τους συνδέονταν όλο και περισσότερο με τη θρησκεία, την οικογένεια και την πόλη.

Βιβλιογραφία

Robert Browning – Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
Procopius, De Bello Gothico, Volumes I–IV
Jordanes, De origine actibusque Getarum (“The Origin and Deeds of the Goths”), translated by Charles C. Mierow.
Cassiodorus, Variae epistolae (“Letters”)

Διαβάστε επίσης: Η Μάχη των Καταλαυνικών Πεδίων – Οι Ρωμαίοι σταματούν τις δυνάμεις του Αττίλα “της Μάστιγας του Θεού” απο την καταστοφική πορεία τους και σώζουν την Δυτική Ευρώπη

Τρωικός Πόλεμος: Μύθος η πραγματικότητα; Τα ιστορικά γεγονότα πίσω απο τον μύθο του πιο γνωστού πολέμου της αρχαιότητας.

Ο Τρωικός Πόλεμος διεξήχθη ανάμεσα στους Αχαιούς και και την ισχυρή πόλη της Τροίας, με σκοπό τον έλεγχο του Ελλησπόντου. Σύμφωνα με την ελληνική...

Η Σικελική εκστρατεία του Πύρρου και η σύγκρουση του με την Καρχηδόνα (278–275 π.Χ.)

Ο Πύρρειος Πόλεμος (280–275 π.Χ.) διεξήχθη σε μεγάλο βαθμό μεταξύ της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας και του Πύρρου, του βασιλιά της Ηπείρου, από τον οποίο οι...