Μάχη στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου: Μια απο τις σημαντικότερες νίκες των Βυζαντινών που εδραίωσε την κυριαρχία της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας στην Μικρά Ασία

Η μάχη στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου είναι μια σημαντική σύγκρουση μεταξύ των Βυζαντινών της αυτοκρατορία της Νίκαιας και των Σελτζούκων Τούρκων. Έλαβε χώρα στην Αντιόχεια επί του ποταμού Μαιάνδρου, στη Φρυγία, τον Ιούνιο (πιθανά στις 17) του 1211. Η ήττα των Σελτζούκων εξασφάλισε την Βυζαντινή ηγεμονία στα παράλια του Αιγαίου της Μικράς Ασίας και σταθεροποίησε την εξουσία της αυτοκρατορίας της Νίκαιας στη δυτική Μικρά Ασία. Ο Σελτζούκος σουλτάνος, Καϊχοσρόης Α΄ σκοτώθηκε στο πεδίο της μάχης πιθανόν απο τον ίδιο τον Θεόδωρο Λάσκαρη η κάποιον ιππότη του.

Ιστορικό 

Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τις δυνάμεις της Τέταρτης Σταυροφορίας (1204) και τη διχοτόμηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας , ο Θεόδωρος Λάσκαρης (1205–1222), στέφθηκε αυτοκράτορας το 1208 στην Νίκαια και έτσι έχτισε μια βάση βυζαντινής εξουσίας στα εδάφη της δυτικής Ανατολίας. Αυτή η νέα πολιτεία επρόκειτο να γίνει γνωστή ως Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Η Νίκαια ήταν ένα από τα κύρια ελληνικά διάδοχα κράτη που διεκδίκησαν την κληρονομιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τα άλλα διάδοχα κράτη ήταν η Ήπειρος και η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας στον Πόντο. Η Νίκαια αμέσως απειλήθηκε από τα βόρεια από τη νέα Λατινική Αυτοκρατορία που ιδρύθηκε από τους Σταυροφόρους και από τα ανατολικά από το Τουρκικό Σουλτανάτο του Ρουμ.

Ο Θεόδωρος Λάσκαρης (1175 – 1222) ήταν ο ιδρυτής και πρώτος αυτοκράτορας της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας (1205-1221) στη Μικρά Ασία μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204

Η ειρήνη με τους Σελτζούκους διαταράχθηκε με την άφιξη, στις αρχές του 1211, του πρώην Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αλέξιου Γ’ (1195–1203), στο λιμάνι της Ατταλείας. Τα γεγονότα που ακολούθησαν περιγράφονται λεπτομερώς από τους χρονικογράφους Ibn al-Athir και Ibn Bibi από την πλευρά των Σελτζούκων και τις ιστορίες του Γεωργίου Ακροπολίτη και του Νικηφόρου Γρηγορά από τη βυζαντινή πλευρά, καθώς και αναφορές στο άλλα χρονικά και οι ομιλίες προς τιμήν του Θεόδωρου Λάσκαρη από τον Νικήτα Χωνιάτη.

Ο Αλέξιος είχε εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη όταν πλησίαζαν οι Σταυροφόροι το 1203, αλλά δεν είχε παραιτηθεί από τα δικαιώματά του στο θρόνο και ήταν αποφασισμένος να τον διεκδικήσει εκ νέου. Το 1203–1205, είχε περιπλανηθεί σε όλη την Ελλάδα, αναζητώντας την υποστήριξη ισχυρών τοπικών αρχόντων, προτού αιχμαλωτιστεί από τον Βονιφάτιο του Μομφεράτου και κρατηθεί αιχμάλωτος μέχρι να δοθούν λύτρα από τον πρώτο του ξάδερφο, Μιχαήλ Δόυκα της Ηπείρου, το 1210.  

Αν και ο Θεόδωρος Λάσκαρης ήταν ο γαμπρός του Αλέξιου, έχοντας παντρευτεί την κόρη του Άννα, ο Αλέξιος αποφάσισε να ζητήσει τη βοήθεια του Σελτζούκου σουλτάνου Καϊχοσρόη Α΄ με τον οποίο είχε στενές σχέσεις.Ο σουλτάνος ​​υποδέχθηκε θερμά τον Αλέξιο και ο έκπτωτος αυτοκράτορας, αφού υπενθύμισε στον σουλτάνο τη βοήθεια που του είχε δώσει παλιότερα, του υποσχέθηκε πλούσιες ανταμοιβές αν τον βοηθούσε να αποκατασταθεί στον θρόνο του. Ο Καϊχοσρόης, αφού βρήκε στην υποστήριξη της υπόθεσης του Αλεξίου το τέλειο πρόσχημα για να επιτεθεί στο έδαφος της Νίκαιας, έστειλε έναν απεσταλμένο στον Θεόδωρο στη Νίκαια, καλώντας τον να παραχωρήσει τις επικράτειές του στον νόμιμο αυτοκράτορα. Ο Θεόδωρος αρνήθηκε να απαντήσει στις απαιτήσεις του σουλτάνου και ο σουλτάνος ​​συγκέντρωσε τον στρατό του και εισέβαλε στις επικράτειες του Λάσκαρη. 

Διαβάστε Επίσης: Η Δ’ Σταυροφορία: Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης και ο διαμελισμός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας απο τους Σταυροφόρους (1204)

Η μάχη στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου 

Ο διαμελισμός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετά την άλωση της απο τους Σταυροφόρους

Ο στρατός του Καϊχοσρόη, μαζί με τον Αλέξιο Γ’, πολιόρκησε την Αντιόχεια στον Μαίανδρο, την οποία ήλπιζε να χρησιμοποιήσει ως βάση για να υποτάξει την υπόλοιπη κοιλάδα του Μαιάνδρου. Το μέγεθος της δύναμης των Σελτζούκων είναι άγνωστο. Ο αγιογράφος Γεώργιος ο Πελαγονιώτης την υπολογίζει σε 60.000, σαφώς αδύνατο νούμερο, και ακόμη και του Γρηγορά οι 20.000 φαίνεται να είναι υπερβολικοί. Ωστόσο, ήταν σαφώς μια πολύ μεγαλύτερη δύναμη από ό,τι ο στρατός που κατάφερε να συγκεντρώσει ο Θεόδωρος: τόσο ο Γρηγοράς όσο και ο Ακροπολίτης συμφωνούν οτι ήταν 2.000 άνδρες (3.000 σύμφωνα με τον Γεώργιο Πελαγονίας), από τους οποίους 800 ήταν Λατίνοι ιππότες και οι υπόλοιποι Βυζαντινοί.

Ο Λάσκαρης βάδισε με στρατό του από τη Νίκαια και έφτασε στη Φιλαδέλφεια μετά απο έντεκα ημέρες πορείας. Όταν έφτασε εκεί ο Θεόδωρος έμαθε ότι η Αντιόχεια επρόκειτο να πέσει και οδήγησε τον στρατό του σε μια ταχεία πορεία προς την πόλη, αφήνοντας πίσω όλες τις αποσκευές και τα εφόδια του στρατού.  

Σύμφωνα με τον Γρηγορά, ο Λάσκαρης σκόπευε να αιφνιδιάσει τους Τούρκους με την ταχεία προσέγγισή του, αλλά ο Ακροπολίτης αναφέρει ότι ο ηγεμόνας της Νικαίας έστειλε τον πρεσβευτή του Καϊχοσρόη, τον οποίο είχε πάρει μαζί του, να ενημερώσει τον κύριό του για την άφιξή του. Ο σουλτάνος ​​στην αρχή φάνηκε δύσπιστος, αλλά τελικά εγκατέλειψε την πολιορκία και συγκέντρωσε τις δυνάμεις του για μάχη. 

Με τον όρο Λατινικόν ορίζονταν τα μισθοφορικά στρατεύματα της Βυζαντινής Αυτορκατορίας, τα οποία προέρχονταν από περιοχές της Δυτικής Ευρώπης, όπως η Γαλλία, Αγγλία, η Καστίλη και η Καταλωνία. Μισθοφορικά στρατεύματα, κατά κύριο λόγο, εξοπλισμένα με βαρύ αλυσιδωτό θώρακα και αποτελούσαν εξαίρετο στρατιωτικό σώμα, σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που έλαβαν σχετικό έπαινο της Άννας Κομνηνής, κόρης του αυτοκράτορα Αλέξιου Α΄ Κομνηνού, η οποία έγραφε, χαρακτηριστικά, ότι η στρατιωτική ικανότητα του Λατινικού ήταν τέτοια που “εφόσον το επιθυμούσαν μπορούσαν να επιτεθούν στα τείχη της Βαβυλώνας”.
Ήσαν μισθοφόροι έως έναν βαθμό, ο αριθμός των οποίων, σαφώς, ποίκιλλε, ωστόσο ήτανε πάντοτε υψηλός, ώστε να χρειάζεται η παρουσία ενός Μέγα Κοντόσταυλου ο οποίος διατελούσε και διοικητής του στρατιωτικού αυτού σώματος.
Επιπλέον, αριθμός των μελών του Λατινικού προσέφεραν τις στρατιωτικές τους υπηρεσίες ως μισθοφόροι στη διάρκεια όλης τους της ζωής στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και τον αυτοκράτορα, ενώ αρκετοί εξ αυτών έπειτα από ορισμένη χρονική περίοδο εισέρχονταν στο κυρίως βυζαντινό στρατό.

Οι Τούρκοι περιορίζονταν από τη στενότητα της κοιλάδας και δεν μπορούσαν να αναπτύξουν ολόκληρη τη δύναμή τους, ειδικά το ιππικό τους. Ως εκ τούτου, ο σουλτάνος ​​αποφάσισε να περιμένει πρώτα την επίθεση των Βυζαντινών. Καθώς ο στρατός της Νίκαιας πλησίαζε τους Τούρκους, το Λατινικό μισθοφορικό ιππικό του Λάσκαρη εξαπέλυσε ορμητική επίθεση στο τουρκικό κέντρο. Η επίθεσή τους σάρωσε τον τουρκικό σχηματισμό και προκάλεσε πολλές απώλειες στους Τούρκους, ιδιαίτερα στους ελαφρά οπλισμένους τοξότες και σφενδονιστές, καθώς οι ιππότες διέσχιζαν τις τάξεις τους, στη συνέχεια γύρισαν πίσω για να ανασυνταχθούν και επιτέθηκαν ξανά στους αποδιοργανωμένους τούρκους από πίσω. 

Ο Καϊχοσρόης, ταραγμένος από την ξαφνική λατινική επίθεση, σύντομα κατάφερε να αποκαταστήσει την πειθαρχία μεταξύ των στρατευμάτων του,, και χρησιμοποίησε τους ανώτερους αριθμούς του για να περικυκλώσει και να εξολοθρεύσει τους Λατίνους. Τότε οι Τούρκοι στράφηκαν εναντίον του υπόλοιπου στρατού της Νίκαιας, ο οποίος, αφού υπέστη απώλειες, άρχισε να υποχωρεί και να διαλύεται. Ο υπόλοιπος στρατός του Λάσκαρη τράπηκε σε φυγή και οι νικηφόροι Τούρκοι έφτασαν μέχρι το βυζαντινό στρατόπεδο, όπου και σταμάτησαν για να το λεηλατήσουν. Έτσι δόθηκε η ευκαιρία στον υπόλοιπο βυζαντινό στρατό να ανασυγκροτηθεί και να εφορμήσει εναντίον των αποδιοργανωμένων Τούρκων.

Σε μια φάση της μάχης, ο έφιππος Λάσκαρης μονομάχησε με τον ίδιο τον Καϊχοσρόη, ο οποίος επέβαινε σε άλογο χαρακτηριστικά μεγάλων διαστάσεων, και τον σκότωσε. Οι πηγές συμφωνούν ότι, αρχικά, ο Καϊχοσρόης χτύπησε και έριξε τον Λάσκαρη από το άλογό του αλλά κατόπιν ο δεύτερος κατάφερε να ρίξει κάτω τον Καϊχοσρόη, χτυπώντας τα πόδια του αλόγου του.

Όπως αναφέρουν οι πηγές, ο Σελτζούκος σουλτάνος, έχοντας την νίκη στα χέρια του, ​​αναζήτησε τον Λάσκαρη, ο οποίος πιεζόταν σκληρά από τα επιτιθέμενα τουρκικά στρατεύματα. Πηγές αναφέρουν οτι ο Καϊχοσρόης εντόπισε τον Θεόδωρο στο πεδίο της μάχης και του επιτέθηκε, καταφέρνοντας του ένα χτύπημα στην περικεφαλαία που τον έκανε να πέσει ζαλισμένος από το άλογό του. Ο Καϊχοσρόης έδωσε εντολή στη συνοδεία του να παρασύρει τον Λάσκαρη, όταν ο τελευταίος ανέκτησε την ψυχραιμία του επιτέθηκε χτυπώντας τον με το σπαθί του μέχρι που ο Καϊχοσρόης έπεσε στο έδαφος και στην συνέχεια αποκεφαλίστηκε. 

Το κεφάλι του Σουλτάνου καρφώθηκε σε μια λόγχη και σηκώθηκε ψηλά για να το δει ο στρατός του, προκαλώντας πανικό στους Τούρκους, οι οποίοι υποχώρησαν άτακτα. Δεν είναι σαφές ποιος έδωσε το θανατηφόρο χτύπημα στον σουλτάνο: Ο Χωνιάτης και ο Γρηγοράς αποδίδουν αυτή την πράξη στον ίδιο τον Λάσκαρη, ο Ιμπν Μπίμπι σε έναν άγνωστο Φράγκο μισθοφόρο. Ο Ακροπολίτης λέει ότι ούτε ο αυτοκράτορας ούτε οι συνοδοί του είδαν ποιος το έκανε αυτό.

Συνέπεια 

Διαβάστε Επίσης: Η Μάχη του Μαντζικέρτ – Η αρχή του τέλους της Βυζαντινής Μικράς Ασίας

O Θεόδωρος Λάσκαρης σηκώνει ψηλά το κεφάλι του Τούρκου Σουλτάνου, γεγονός που έκανε τον τουρκικό στρατό τα τραπεί σε φυγή

Με αυτόν τον τρόπο ο Λάσκαρης κατάφερε και κέρδισε μια φαινομενικά χαμένη μάχη, αν και ο δικός του στρατός καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά. Η μάχη τερμάτισε την απειλή των Σελτζούκων για την Νίκαια για τα επόμενα χρόνια. Ο γιος και διάδοχος του Καϊχοσρόη σύναψε ανακωχή με τη Νίκαια στις 14 Ιουνίου 1211 και τα σύνορα μεταξύ των δύο κρατών θα παρέμεναν ουσιαστικά αδιαμφισβήτητα μέχρι τη δεκαετία του 1260. Στη μάχη αιχμαλωτίστηκε και ο πρώην αυτοκράτορας Αλέξιος, πεθερός του Λάσκαρη. Ο Λάσκαρης του φέρθηκε καλά, αλλά του αφαίρεσε τα αυτοκρατορικά του διακριτικά και τον παρέπεμψε στο μοναστήρι του Υακίνθου στη Νίκαια, όπου και έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.  

Μετά τη μάχη, οι Τούρκοι μετέφεραν το σώμα του σουλτάνου τους πίσω στο Ικόνιο, όπου τάφηκε στο δυναστικό μαυσωλείο. Ο Ibn Bibi αναφέρει ότι ο Θεόδωρος Λάσκαρης έδωσε 20.000 ντιρχάμ για να διανεμηθούν στην κηδεία του σουλτάνου ως ελεημοσύνη.

Η νικηφόρα μάχη ανακούφισε τη Νίκαια από την πίεση των Σελτζούκων, αλλά ο στρατός του Λάσκαρη είχε υποστεί μεγάλες απώλειες. Συγκεκριμένα, το πολύ αποτελεσματικό, αν και απείθαρχο, Λατινικό μισθοφορικό ιππικό του είχε σχεδόν καταστραφεί. Ως αποτέλεσμα, ο Λάσκαρης δεν μπορούσε να υπερασπιστεί επαρκώς την επικράτειά του από μια επίθεση της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης και έτσι νικήθηκε στη μάχη του Ρύνδακου και έτσι έπρεπε να παραχωρήσει κάποια εδάφη που συνόρευαν με τη Θάλασσα του Μαρμαρά. 

Η νίκη στην Αντιόχεια του Μαιάνδρου έδωσε στον Λάσκαρη σημαντικό κύρος και η σύλληψη του Αλεξίου έδωσε τέλος στην εσωτερική αμφισβήτηση της κυριαρχίας του. Παρ’ όλα αυτά, ο θάνατος του σουλτάνου και η διάλυση του στρατού του προσέδωσε σημαντικό γόητρο στον Λάσκαρη, ενώ η σύλληψη του Αλεξίου τερμάτισε την εσωτερική αντίδραση στην εξουσία του. Μετά τη μάχη, ο αυτοκράτορας έστειλε επιστολές σε όλες τις ελληνικές επαρχίες, αναγγέλοντας θριαμβευτικά τη νίκη του και ζητώντας να τον στηρίξουν ως νόμιμο αυτοκράτορα και μελλοντικό απελευθερωτή τους από τους Λατίνους.

Διαβάστε Επίσης: Η Πρώτη Σταυροφορία: Η πορεία προς την ανατολή και η κατάληψη της Ιερουσαλήμ.

Πρώτος Ιουδαϊκός Πόλεμος (66-74 μ.Χ.) – Η πολιορκία και η πτώση της Μασάντα

Η πολιορκία και η πτώση της Μασάντα ήταν ένα από τα τελευταία γεγονότα του πρώτου Ιουδαϊκού Πολέμου, που έλαβε χώρα από το 72 έως...

Η πορεία του Αλέξανδρου προς την Περσέπολη: Η σύγκρουση με τους Ούξιους και η Μάχη της Περσίδας πύλης

Μετά την θριαμβευτική εισόδο του στην Βαβυλώνα και την κατάλυση της Περσικής Αυτοκρατορίας, ο Αλέξανδρος ξεκίνησε για να εισβάλλει στην Περσίδα τον Ιανουάριο του...

Η μάχη του Κρεσί 1346