Ναυμαχία της Μελόριας 1284 μ.Χ: Η κυριαρχία της Γένοβας στην Μεσόγειο και η καταστροφή της Δημοκρατίας της Πίζας

H ναυμαχία της Μελόριας ήταν μια ιστορική ναυμαχία στην οποία συνεπλάκησαν ο στόλος της Δημοκρατίας της Γένουας και εκείνος της ναυτικής δημοκρατίας της Πίζας. Η νίκη της Γένοβας και η καταστροφή του στόλου της Πίζας σηματοδότησε την παρακμή της Δημοκρατίας της Πίζας. Ο ορισμός ναυτική δημοκρατία ήταν διαδεδομένος για ορισμένες παράκτιες πόλεις, ιταλικές και μη, που ανάμεσα στον 10ο και τον 13ο αιώνα γνώριζαν οικονομική ευημερία χάρη στην εμπορική τους δραστηριότητα μέσα σε πλαίσιο μεγάλης πολιτικής αυτονομίας. 

Γενικά ο ορισμός αναφέρεται πιο συγκεκριμένα σε τέσσερις ιταλικές πόλεις: την Αμάλφι, τη Γένουα, την Πίζα και τη Βενετία, καθώς και τη δαλματική πόλη Ραγκούζα. Η πιο σημαντική από αυτές ήταν χωρίς αμφιβολία η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, που κατάφερε να κατακτήσει πολλά εδάφη στην Ιταλία, φτάνοντας σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων από το Μιλάνο, στην Αδριατική, στην Ελλάδα (κυρίως με σημαντικούς θύλακες στην Πελοπόννησο και με την κατάκτηση της Κρήτης), κατορθώνοντας να αποκτήσει ακόμα και τη μεγαλόνησο Κύπρο.

Ιστορικό

Η εμπορική επέκταση της Δημοκρατίας της Γένοβας

Τον 13ο αιώνα, η Δημοκρατία της Γένοβας κατέκτησε πολλούς οικισμούς στην Κριμαία , όπου ιδρύθηκε η γενουατική αποικία Caffa. Η συμμαχία με την αναστηλωμένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπό τη δυναστεία των Παλαιολόγων αύξησε τον πλούτο και τη δύναμη της Γένοβας και ταυτόχρονα μείωσε το εμπόριο της Βενετίας και της Πίζας. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχε παραχωρήσει το μεγαλύτερο μέρος των δικαιωμάτων ελεύθερου εμπορίου στη Γένοβα. Το 1282, η Πίζα προσπάθησε να αποκτήσει τον έλεγχο του εμπορίου και της διοίκησης της Κορσικής , όταν ο Σινουτσέλο, ο δικαστής της Σινάρκα , επαναστάτησε κατά της Γένοβας και ζήτησε την υποστήριξη της Πιζας.

Τον Αύγουστο του 1282, μέρος του γενουατικού στόλου απέκλεισε το εμπόριο της Πίζας κοντά στον ποταμό Άρνο. Κατά τη διάρκεια του 1283, τόσο η Γένοβα όσο και η Πίζα έκαναν πολεμικές προετοιμασίες. Η Πίζα συγκέντρωσε στρατιώτες από την Τοσκάνη και διόρισε καπετάνιους από τις ευγενείς οικογένειές της. Η Γένοβα έχτισε 120 γαλέρες, εξήντα από αυτά ανήκαν στη Δημοκρατία και τα υπόλοιπα νοικιάστηκαν σε ιδιώτες. Αυτός ο στόλος απαιτούσε τουλάχιστον 15.000 έως 17.000 κωπηλάτες και ναυτικούς.  

Ναυμαχία

Η ονομασία «γαλέρα» (διαδεδομένη μόνο κατά τον 12ο αιώνα) προέρχεται από την ελληνική λέξη «γαλέη» ή «γαλεός», διότι η μορφή της εκείνη την εποχή θύμιζε ένα είδος ξιφία: πράγματι, ήταν μακριά και λεπτή, με έμβολο προσαρτημένο στην πλώρη, που εμβόλιζε και αγκίστρωνε τα αντίπαλα πλοία με στόχο το ρεσάλτο. Η πρόωση με κουπιά τής χάριζε ταχύτητα και ευελιξία
σε οποιεσδήποτε συνθήκες· η τετράγωνη ή λατινικού τύπου ιστιοφορία της επέτρεπε να εκμεταλλεύεται τον άνεμο. 

Η μακριά και στενή μορφή της γαλέρας, ιδανική κυρίως στη μάχη, της έδινε ωστόσο μικρή σταθερότητα, και οι καταιγίδες η φουσκοθαλασσιά μπορούσαν εύκολα να την καταποντίσουν. Γι’ αυτό η χρήση της περιοριζόταν στη θερινή περίοδο, το πολύ έως τη φθινοπωρινή. Ήταν αναγκασμένη να πλέει κατά μήκος των ακτών, καθώς το στενόχωρο κύτος επέβαλλε αρκετές στάσεις, κυρίως για ανεφοδιασμό νερού που η κατανάλωσή του ήταν μεγάλη λόγω της συνεχούς σωματικής προσπάθειας του πληρώματος. Γι’ αυτούς τους λόγους η γαλέρα ήταν ακατάλληλη για ποντοπόρα ταξίδια. 

Η ναυμαχία, που έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 1284 στα ανοιχτά της ακτής του Λιβόρνο, έθεσε οριστικά τέλος στον ρόλο της ναυτικής δύναμης που έπαιζε η Πίζα στην Ιταλία κατά τον Μεσαίωνα. Η Πίζα απέκτησε προνόμια που της επέτρεψαν να εποικήσει περιοχές στην Αντιόχεια, την Άκρα, τη Γιάφα, την Τρίπόλη της Συρίας, την Τύρο, τη Λαοδίκεια. Σ’ αυτές προστέθηκαν οι κτήσεις στην Ιερουσαλήμ και την Καισαρεία, καθώς και άλλες αποστολές εποίκων με μικρό βαθμό αυτονομίας, στο Κάιρο, στην Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντινούπολη. Η Δημοκρατία της Γένουας από την πλευρά της επέκτεινε την άμεση κυριαρχία της στη Λιγυρία, την Κορσική, στο Ολτρετζόγκο, στην Γκοργκόνα, την Καπράια, την Κύπρο, τη Χίο, τη Σάμο, στον Γαλατά, στη Σεβαστούπολη, την Μπαλακλάβα (Τσέμπαλο), τη Σολδαία, την Τάνα (σημερινό Αζόφ), την Κάφα στην Κριμαία και την Ταμπάρκα στην Τυνησία.

Πέρα από τις μεγάλες διαφορές που υπήρξαν στους προηγούμενους αιώνες ανάμεσα στη Δημοκρατία της Γένουας και τη ναυτική δημοκρατία της Πίζας, η αφορμή για την τελική σύγκρουση δόθηκε το 1284. Τμήμα του γενουατικού στόλου ήταν αγκυροβολημένο στο Πόρτο Τόρες της Σαρδηνίας, περιοχή διεκδικούμενη από τις δύο δημοκρατίες. Το σχέδιο των ιθυνόντων της Πίζας ήταν να πλήξουν με απόλυτη υπεροχή (72 γαλέρες) τον στόλο της Λιγυρίας για να αντιμετωπίσουν έπειτα ό,τι θα είχε απομείνει και να κλείσουν μια και καλή τους λογαριασμούς τους με τους Γενουάτες. Ο Βενέδικτος Τσακαρία, μελλοντικός δόγης της Γένουας, που διοικούσε εκείνο το τμήμα του στόλου (20 γαλέρες), απέφυγε τη σύγκρουση προσποιούμενος ότι υποχωρεί προς τη θάλασσα της Λιγυρίας. 

Τα πλοία της Πίζας τον καταδίωξαν, αλλά τα έφτασε το υπόλοιπο τμήμα του γενουατικού στόλου (68 γαλέρες), οπότε αναδιπλώθηκαν προς το λιμάνι της Πίζας, το Πόρτο Πιζάνο, όχι όμως χωρίς να προκαλέσουν τους Γενουάτες, ρίχνοντάς τους μια βροχή από βέλη. Ο στόλος της Δημοκρατίας της Γένουας δέχθηκε την πρόκληση, και στις 6 Αυγούστου 1284, ημέρα του Αγίου Σίξτου, προστάτη της Πίζας (που από εκείνη την ημέρα δεν εορτάζεται πια), απέπλευσε κατευθυνόμενος προς το Πόρτο Πιζάνο. Ο Γενουάτης ναύαρχος Ουμβέρτος Ντόρια, επιβιβασμένος στο «Σαν Ματέο», την οικογενειακή γαλέρα, ήταν επικεφαλής μιας πρώτης γραμμής από 63 πολεμικές γαλέρες, την οποία συγκροτούσαν οχτώ compagne. (Η εδαφική οργάνωση της αρχαίας Γένουας, σε αυστηρά νομικό πλαίσιο, ήταν αρκετά περίπλοκη, τουλάχιστον μέχρι το έτος 958, όταν ο βασιλιάς Βερεγγάριος Β’ παραχώρησε πλήρη νομική ελευθερία στην κοινότητα, εγγυώμενος την κατοχή της γης τους με τη μορφή χωροδεσποτείας. Αυτό ήταν η αρχή μιας εξελικτικής διαδικασίας που οδήγησε, στα τέλη του 11ου αιώνα, στη θεσμοθέτηση της Compagna communis, υπό μία έννοια του πρώτου κοινοτικού κύτταρου της Γένουας). 

Ο Γενουάτης βαλλιστάριος χειριζόταν βαλλίστρα με αναβατήρα, με γρήγορη επαναφορά, που επέτρεπε τη χρήση και σε συνθήκες αστάθειας, όπως πίσω από το θωράκιο του πλοίου (το τείχισμα που σχημάτιζαν οι ασπίδες για την προστασία των πλευρών του πλοίου όπου βρίσκονταν οι βαλλιστάριοι). Το όπλο ζύγιζε περίπου 6 κιλά. Ο βαλλιστάριος ήταν επίσης εξοπλισμένος με ξιφίδιο, ελαφριά μεταλλική περικεφαλαία, περιλαίμιο-καλύπτρα, αλυσιδωτό
θώρακα και μεγάλη ασπίδα μεσαιωνικού τύπου που χρησιμοποιούσε ως κάλυψη όταν ξαναγέμιζε το όπλο, ενώ σε έκτακτες περιστάσεις διέθετε και ακόλουθο.

Τα πλοία «Καστέλο», «Μακανιάνα», «Πιατσαλούνγκα» και «Σαν Λορέντσο» ήταν παραταγμένα στα αριστερά (με μερικές ακόμη γαλέρες υπό τον Ουμβέρτο Σπινόλα), ενώ τα «Πόρτα», «Μπόργκο», «Πόρτα Νουόβα» και «Σοτσίλια» στα δεξιά. Ο Βενέδικτος Τσακαρία, που διοικούσε μια μοίρα από τριάντα γαλέρες, έμεινε ηθελημένα παράμερα προκειμένου να αιφνιδιάσει τον πιζανικό στόλο. Ένα μέρος του τελευταίου ήταν αγκυροβολημένο στο Πόρτο Πιζάνο, ενώ ένα άλλο μέρος παρέμενε λίγοέξω από το λιμάνι.

Λέγεται ότι κατά την παραδοσιακή ευλογία των πλοίων από τον κλήρο, αποκολλήθηκε ο αργυρός σταυρός της ράβδου του αρχιεπισκόπου της Πίζας. Οι κάτοικοι της Πίζας δεν έδωσαν σημασία στον κακό οιωνό εξάλλου ήταν η ημέρα εορτασμού του προστάτη τους, του Αγίου Σίξτου, επέτειος πολλών ένδοξων νικών και εξαίρετη ευκαιρία να απαλλαχθούν οριστικά από τους Γενουάτες. Μετρώντας 63 γενουατικά πλοία, 9 λιγότερα από τα δικά τους, οι δυνάμεις της Πίζας αποφάσισαν να εξέλθουν από το λιμάνι. Σύμφωνα με την παράδοση της αρχής του ποδεστάτου ή ποντεστά (υψηλός αξιωματούχος), η Πίζα είχε επιλέξει έναν ξένο για ποδεστάτο, τον Μοροζίνι από τη Βενετία. 

Οι Βενετοί, όπως είναι γνωστό, βρίσκονταν ανέκαθεν σε διαμάχη με τη Γένουα, αλλά σ’ αυτήν τη δύσκολη περίσταση είχαν αρνηθεί την υποστήριξή τους στην τοσκανική δημοκρατία. Τον Μοροζίνι βοηθούσαν: ο κόμης Ουγκολίνο ντέλα Γκεραρντέσκα (γνωστός γιατί τραγουδήθηκε από τον Δάντη στο 33ο άσμα της «Κόλασης» στη Θεία Κωμωδία) και ο Αντρεότο Σαρατσένο.

Οι δυνάμεις της Πίζας, ύστερα από έναν αρχικό δισταγμό, αποφάσισαν να επιτεθούν στον γενουατικό στόλο και όρμησαν στην πρώτη γραμμή. Και οι δύο στόλοι βρίσκονταν σε σχηματισμό τόξου. Η σύγκρουση ήταν μετωπική. Οι περίφημοι Γενουάτες βαλλιστάριοι, προστατευμένοι πίσω από τα θωράκια των πλοίων τους, έβαλλαν εναντίον των πλοίων της Πίζας, ενώ εκείνα προσπαθούσαν, σύμφωνα με την τακτική της εποχής, να εμβολίσουν τα εχθρικά πλοία για να μπορέσουν να τα πλευρίσουν. 

Στη Μεσόγειο Θάλασσα ο ναυτικός πόλεμος συνέχισε να μοιάζει με εκείνον των παλαιότερων εποχών: στόλοι από γαλέρες με δούλους κωπηλάτες προσπαθούσαν να εμβολίσουν ή να πλευρίσουν ο ένας τον άλλο για να μπορέσουν οι «πεζοναύτες» της εποχής να ανέβουν και να πολεμήσουν στα καταστρώματα. Αυτό το είδος μάχης θα διατηρούνταν μέχρι τις αρχές της σύγχρονης εποχής, όπως μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί στην περίπτωση της ναυμαχίας της Ναυπάκτου (1571). Οι πιο ισχυροί στόλοι ήταν εκείνοι της Δημοκρατίας της Βενετίας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των Ισπανών, αν και μέχρι το 1300 η ναυτική δύναμη της Δημοκρατίας της Γένουας ελάχιστα υπολειπόταν της ενετικής.

Οι γαλέρες ήταν, ωστόσο, υπερβολικά εύθραυστες και δύσκολα ελίσσονταν στη Βόρεια Θάλασσα ή στον Ατλαντικό Ωκεανό, αν και έχει καταγραφεί κάποια σποραδική χρήση τους.

Σε περίπτωση που δεν γινόταν η εισβολή στο αντίπαλο πλοίο, τα πληρώματα συγκρούονταν μεταξύ τους με κάθε μέσο, με πολεμικές μηχανές ή με γυμνά χέρια, όπως και με λιθάρια, καυτή πίσσα και ασβεστόσκονη. Η έκβαση της ναυμαχίας κρίθηκε ύστερα από ώρες, όταν οι 30 γαλέρες του Τσακαρία εφόρμησαν στο πλάι του πιζανικού στόλου, που βρέθηκε εντελώς απροετοίμαστος να ελιχθεί και ανίδεος για την ίδια την ύπαρξη αυτών των πλοίων. Ακολούθησε μια φρίκη από πλοία, πτώματα και αίμα. Από ολόκληρο τον πιζανικό στόλο μόνο 20 γαλέρες διασώθηκαν, εκείνες που διοικούσε ο κόμης Ουγκολίνο. 

Η κατηγορία που του αποδόθηκε, για δειλία, αν όχι για προδοσία, δεν επρόκειτο να τον εμποδίσει να κατακτήσει την εξουσία ντε φάκτο και να παραμείνει στην κορυφή της διακυβέρνησης της πόλης έως την καθαίρεσή του (1288) και τον θάνατό του από ασιτία (1289). Ορισμένοι ιστορικοί αναφέρουν ότι οι γενουατικές ενισχύσεις ήταν κρυμμένες πίσω από το νησάκι Μελόρια (έναν χαμηλό βράχο πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας), αλλά πρόκειται προφανώς για παρερμηνεία, δεδομένου ότι μια ναυτική μοίρα, ακόμα και μικρή, δεν θα μπορούσε επ’ ουδενί να καταφέρει να γίνει αόρατη. 

Η Γένοβα ήταν μια δημοκρατία που από τον Μεσαίωνα κυβερνούνταν από διάφορους αξιωματούχους (consoli, podestà, capitani del popolo). Η πόλη ήταν η πρώτη που αυτοανακηρύχθηκε ελεύθερη κοινότητα τον 11ο αιώνα, εξελισσόμενη σε ισχυρή ναυτική δημοκρατία. Τον 16ο αιώνα μετασχημάτισε την προγενέστερη κυβερνητική της διάρθρωση σε σύστημα ολιγαρχικού τύπου. Οι μορφές διακυβέρνησης ήταν διαφορετικές στην παλαιά Δημοκρατία της Γένουας, που διήρκεσε περίπου οχτώ αιώνες (μέγιστη ακμή της τον 16ο αιώνα, που δεν ονομάστηκε τυχαία Αιώνας των Γενουατών).

Σύμφωνα με μια άλλη υπόθεση, τα πλοία θα πρέπει να ήταν κρυμμένα στο αγκυροβόλιο ενός νησιού του αρχιπελάγους. Μια άλλη αιτία για την ήττα των δυνάμεων της Πίζας θα πρέπει να εντοπιστεί στον απαρχαιωμένο πλέον ναυτικό και ατομικό εξοπλισμό τους. Στα πιζανικά πλοία, παλαιά και δυσκίνητα, επιβιβάστηκαν πολεμιστές με πλήρη αρματωσιά παρά την αυγουστιάτικη ζέστη. Έτσι, στη διάρκεια της μεγάλης σύγκρουσης οι Γενουάτες με τον πιο ελαφρύ οπλισμό βρέθηκαν σαφώς σε πλεονεκτική θέση. Οι νεκροί κυμαίνονταν ανάμεσα στους 5.000 και 6.000, ενώ σχεδόν 11.000 ήταν οι αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους και ο ίδιος ο ποδεστάτος Μοροζίνι, που μεταφέρθηκε μαζί με τους άλλους στη Γένουα, στη συνοικία που έκτοτε θα ονομαζόταν Κάμπο Πιζάνο, δηλαδή Πιζανικό Στρατόπεδο (εξ ου και το ευφυολόγημα «Όποιος θέλει να δει την Πίζα, πηγαίνει στη Γένουα»). Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και ο περίφημος Ρουστικέλο.

Συνέπεια   

Η Πίζα δέχτηκε επίσης επίθεση από τη Φλωρεντία και τη Λούκα, και δεν μπόρεσε ποτέ να συνέλθει από την καταστροφή. Δύο χρόνια αργότερα, η Γένοβα πήρε το Πόρτο Πιζάνο, την πρόσβαση της πόλης στη θάλασσα, και κατέστρεψε το λιμάνι. Η Πίζα έχασε το ρόλο της ως σημαντική μεσογειακή ναυτική δύναμη και περιφερειακή δύναμη της Τοσκάνης, επισκιάστηκε και τελικά κατακτήθηκε το 1406 από τη Φλωρεντία. Ένας διάσημος αιχμάλωτος της μάχης ήταν ο Ρουστιτσέλο ντα Πίζα , ο οποίος συνέγραψε την αφήγηση του Μάρκο Πόλο για τα ταξίδια του, Il Milione.

Κρήτες τοξότες: Η ιστορία των πιο φημισμένων Ελλήνων τοξοτών απο την Μινωική εποχή εώς το τέλος του Μεσαίωνα

"δώσε τόξο σε έναν κρητικό, και θα αξίζει το βάρος του σε ασήμι." Από την Μινωική εποχή εώς το τέλος του Μεσαίωνα Οι Κρήτες τοξότες ήταν...

Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος: H πορεία πρός τη Θεσσαλονίκη και η απελευθέρωσή της.

Οι τρείς μέρες, που ακολούθησαν τη νίκη των Γιαννιτσων, αφιερώθηκαν στην ανάπαυση του στρατού και, στη συνέχεια, στὴν προώθησή του στὴ δυτική όχθη τού...