Δεκελεικός Πόλεμος (413-404 π.Χ.) – Το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου και η ήττα της Αθήνας

Ιστορικό 

Μετά τη λήξη των Περσικών Πολέμων, οι πόλεις-κράτη της Αθήνας και της Σπάρτης είχαν ηγεμονικό ρόλο στην Ελλάδα: η Σπάρτη στην ξηρά και η Αθήνα στη θάλασσα. Στην Αθήνα ξεκίνησε το 461 π.Χ., η χρυσή εποχή του Περικλή, με το χτίσιμο του Παρθενώνα και τη μεγάλη πολιτιστική, οικονομική και πνευματική ανάπτυξη της Αθήνας. Οι Αθηναίοι, με πρόταση του Περικλή, περιέφραξαν τον Πειραιά και τον ένωσαν με την Αθήνα με τα Μακρά Τείχη. Η κίνηση αυτή προκάλεσε τη ρήξη στις σχέσεις της Αθήνας με τη Σπάρτη, ενώ η έριδα μεταξύ της Κορίνθου και της Κέρκυρας και η επέμβαση της Αθήνας ήταν η αφορμή του πολέμου.

Ο πόλεμος χωρίστηκε από τους ιστορικούς σε τρεις φάσεις: τον Αρχιδάμειο (431 – 421 π.Χ), τη Σικελική εκστρατεία (415 – 413 π.Χ) και τον Δεκελεικό πόλεμο (413 – 404 π.Χ). Στα πλαίσια του Αρχιδάμειου πολέμου, οι Σπαρτιάτες διεξήγαγαν επιδρομές στα εδάφη της Αττικής, με τους Αθηναίους να λεηλατούν τις ακτές της Πελοποννήσου. Η περίοδος αυτή έληξε με την υπογραφή της ειρήνης του Νικία (421 – 415 π.Χ). Παρ’ ολ’ αυτά, οι δύο πλευρές συνέχιζαν να εχθρεύονται η μια την άλλη. Το 420 π.Χ., έκανε την εμφάνιση του ένας νέος και φιλόδοξος πολιτικός, ο Αλκιβιάδης, ο οποίος τάχθηκε με τη φιλοπόλεμη παράταξη των Αθηνών, η οποία τασσόταν κατά της ειρήνης και υπέρ της συνέχισης του πολέμου. Το 415 π.Χ., οδήγησε τους Αθηναίους στη Σικελική εκστρατεία. 

Οι εκστρατείες της Αθήνας και της Σπάρτης κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου

Η εκστρατεία, αν και ξεκίνησε με επιτυχίες για το αθηναϊκό στράτευμα, ολοκληρώθηκε με πανωλεθρία για τους Αθηναίους, οι οποίοι έχασαν, σχεδόν, ολόκληρο τον στόλο και αρκετούς άνδρες, οι οποίοι είτε σφαγιάστηκαν από τους Συρακούσιους, είτε κατέληξαν στα λατομεία της πόλης, όπου και πέθαναν. Ελάχιστοι επέζησαν και κατάφεραν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Τότε, οι Σπαρτιάτες, με προτροπή του Αλκιβιάδη συμμάχησαν με τους Πέρσες και προχώρησαν στη δημιουργία δικού τους στόλου και έπεισαν τους συμμάχους της Αθήνας, να εξεγερθούν κατά της Αθήνας. Οι Αθηναίοι, ωστόσο, τους επανέφεραν στη συμμαχία. Τελική πράξη του πολέμου ήταν η ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς το 405 π.Χ, η οποία έληξε με αποφασιστική νίκη των Σπαρτιατών. Το επόμενο έτος, η Αθήνα παραδόθηκε και υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τη Σπάρτη.

Μετά το τέλος του πολέμου, η Σπάρτη ήταν πλέον η ισχυρότερη δύναμη στην Ελλάδα (Σπαρτιατική ηγεμονία), ωστόσο είχε αποδυναμωθεί από τον διαρκή πόλεμο με τους Αθηναίους με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να εδραιώσει τη κυριαρχία της στον Ελλαδικό χώρο. Η προσπάθεια επιβολής των συμφερόντων των εις βάρος των ελληνικών πόλεων οδήγησε στον Κορινθιακό Πόλεμο (395 – 387 π.Χ) και την Ανταλκίδειο ειρήνη. Η ηγεμονία της Σπάρτης έληξε με την ήττα της στη μάχη των Λεύκτρων από τους Θηβαίους.

Διαβάστε Επίσης: H εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία και η πανωλεθρία τους έξω από τα τείχη των Συρακουσών 

Δεκελεικός Πόλεμος (413-404 π.Χ.)

H αποτυχία της αθηναϊκής εκστρατείας στη Σικελία αποτέλεσε για τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους μια χρυσή ευκαιρία για να πάρουν το πάνω χέρι στον πόλεμο. Έπληξαν την ίδια την Αθήνα τοποθετώντας ένα μόνιμο φρούριο στη Δεκέλεια της Αττικής, αλλά έπληξαν και τον πυρήνα της ναυτικής ηγεμονίας της στο Αιγαίο συγκεντρώνοντας πολεμικό στόλο και πείθοντας ή εξαναγκάζοντας πολλούς από τους υποτελείς συμμάχους της Αθήνας να την εγκαταλείψουν.

Στους Αθηναίους αυτή η νέα φάση του πολέμου προκάλεσε μεγαλύτερα προβλήματα, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά. Γινόταν όλο και πιο δύσκολο να χρηματοδοτήσουν τις ναυτικές τους δυνάμεις, καθώς τα έσοδα από τους φόρους υποτέλειας είχαν μηδενιστεί και το ναυτικό τους είχε περιοριστεί. Πολλοί μη Αθηναίοι κωπηλάτες και ναύτες έφυγαν με κίνητρο τις υψηλότερες και πιο τακτικές αμοιβές που απολάμβαναν στο στρατόπεδο των Σπαρτιατών, οι οποίοι πλέον είχαν τεράστια οικονομική υποστήριξη από το βασιλιά της Περσίας. 

Το 413 π.Χ., ίσως και με τη συμβουλή του Αλκιβιάδη, ο οποίος βρισκόταν εξόριστος στην Σπάρτη, οι Σπαρτιάτες κατέλαβαν την Δεκέλεια και εγκατέστησαν εκεί μόνιμη φρουρά. Για το γεγονός αυτό η τελική φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου ονομαζόταν δεκελεική φάση ή Δεκελεικός πόλεμος. Η παρουσία της εχθρικής φρουράς υποχρέωσε τους Αθηναίους να μεταφέρουν τα σιτηρά τους μέσω της θάλασσας, με την παράκαμψη από το ακρωτήριο του Σουνίου, με μεγάλη χρηματική δαπάνη, ενώ οι Σπαρτιάτες εμπόδιζαν τους Αθηναίους αγρότες στην καλλιέργεια της γης και παρεμπόδιζαν τους Αθηναίους εργάτες των ορυχείων στα Μεταλλεία του Λαυρίου να προβαίνουν στην εξόρυξη ορυκτών. Οι Σπαρτιάτες προέτρεψαν επίσης τους σκλάβους να επαναστατήσουν ενάντια στους κυρίους τους. Ο Θουκυδίδης λέει ότι 20.000 σκλάβοι διέφυγαν προς την Δεκέλεια.

Οι Αθηναίοι, στην προσπάθειά τους το 406 π.Χ. να συγκεντρώσουν στόλο για να σώσουν το ναύαρχό τους, τον Κόνωνα, που είχε αποκλειστεί στη Μυτιλήνη, πρόσφεραν την ελευθερία και την ιδιότητα του Αθηναίου πολίτη σε όποιο δούλο δεχόταν να κωπηλατήσει στα πλοία. Ένα πρόσωπο που άλλαζε στρατόπεδα στη διάρκεια του πολέμου ήταν ο εξόριστος αρχηγός των Αθηναίων Αλκιβιάδης. Είχε δυσκολευτεί να προσαρμοστεί στη Σπάρτη, όπου είχε αναγκαστεί να ανταλλάξει τα πολυτελή συμπόσια, που άρεσαν τόσο πολύ στους Αθηναίους αριστοκράτες, με έναν κουραστικό κύκλο σωματικής αγωγής και με ακόμη πιο καταθλιπτικές θρησκευτικές συγκεντρώσεις της αφρόκρεμας των Σπαρτιατών πολιτών. 

Συμμετείχε στην πρώτη σπαρτιατική εκστρατεία στο Αιγαίο, όμως, επειδή προερχόταν από τις τάξεις του εχθρού, αντιμετωπίστηκε με καχυποψία, η οποία ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι είχε συνάψει ερωτική σχέση με τη γυναίκα του βασιλιά Άγη όσο διάστημα ήταν στη Σπάρτη. Το κλίμα αυτό της καχυποψίας περιόρισε τις ευκαιρίες που του δόθηκαν ώστε να εμπλακεί σημαντικά στον πόλεμο και έτσι δεν κατάφερε να εκφράσει πραγματικά τη φιλόδοξη προσωπικότητά του. Το 411 π.Χ. εγκατέλειψε το σπαρτιατικό στόλο και πήγε στο μοναδικό πλέον κέντρο δύναμης και επιρροής του πολέμου, στην Περσία.

Επανάσταση ολιγαρχικών στην Αθήνα

Ο Τισσαφέρνης, ο Πέρσης σατράπης, ενδεχομένως ύστερα από παρακίνηση του Αλκιβιάδη, αποφάσισε να υιοθετήσει μια νέα στρατηγική το 411 π.Χ. Αντί να βοηθήσει τους Σπαρτιάτες να νικήσουν τους Αθηναίους, σκόπευε να παρατείνει τον πόλεμο μεταξύ τους και να εκμεταλλευτεί τις διαμάχες τους για να ανακτήσει τις ελληνικές πόλεις και τα νησιά που ανήκαν κάποτε στο μεγάλο βασιλιά. Ο Αλκιβιάδης από την πλευρά του άρχισε να συνωμοτεί για να καταφέρει να επιστρέψει στην Αθήνα και να δώσει έναν περισσότερο ολιγαρχικό χαρακτήρα στην αθηναϊκή κυβέρνηση. Ευελπιστούσε να γίνει αρεστός στο νέο αυτό καθεστώς χρησιμοποιώντας την επιρροή του για να πάρει τον Τισσαφέρνη με το μέρος των Αθηναίων και να εξασφαλίσει τους πόρους της Περσικής Αυτοκρατορίας. 

Το 411, οι αποτυχίες των δημοκρατικών προκάλεσαν ολιγαρχικό πραξικόπημα με το οποίο τον έλεγχο της πόλης ανέλαβε η λεγόμενη Βουλή των Τετρακοσίων που αποτελούνταν μόνο από ολιγαρχικούς. Σε λίγους μήνες, με την επικράτηση των μετριοπαθών επί των πιο ακραίων ολιγαρχικών, το πολίτευμα αυτό εξελίχθηκε στη λεγόμενη Βουλή των Πεντακισχιλίων (5.000). Τελικά, μετά τη νίκη στην Κύζικο, η Αθήνα επανήλθε στη δημοκρατία.

Ο Αλκιβιάδης έπεισε αρκετούς από τους στρατηγούς του αθηναϊκού στόλου στη Σάμο να επιδιώξουν με κάθε τρόπο αυτή την αλλαγή στην κυβέρνηση. Σε σύντομο χρονικό διάστημα και με τη βοήθεια ενός συνδυασμού από απειλές, πολιτικές δολοφονίες και υποσχέσεις για υποστήριξη από τους Πέρσες, ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων προωθήθηκε στην Εκκλησία του Δήμου. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί μια νέα Βουλή των Τετρακοσίων, η οποία αντικατέστησε την παλιά δημοκρατική Βουλή των Πεντακοσίων και αποτελούνταν από άνδρες που είχαν αρκετή περιουσία ώστε να μπορούν να εξασφαλίζουν μόνοι τους την εξάρτυση του οπλίτη. 

Τους ανέθεσαν να καταρτίσουν μια λίστα με τα ονόματα το πολύ 5.000 Αθηναίων πολιτών παρόμοιας κοινωνικής θέσης, οι οποίοι θα αποτελούσαν το σώμα λήψης αποφάσεων στο νέο πολίτευμα. Η ιδέα ήταν ότι αυτοί οι άνδρες θα ήταν αρκετά πλούσιοι ώστε να μη χρειάζονται πληρωμή για να εκτελούν τα δημόσια καθήκοντά τους. Η Βουλή των Τετρακοσίων έκανε ειρηνικές προτάσεις προς τη Σπάρτη. Στο μεταξύ, ο Τισσαφέρνης προχώρησε σε μια νέα συνθήκη με τους Σπαρτιάτες και έτσι η επάνοδος του Αλκιβιάδη στην Αθήνα δεν είχε πλέον κανένα νόημα.

Οι απλοί Αθηναίοι πολίτες που συμμετείχαν στο στόλο στη Σάμο αντέδρασαν έντονα σε αυτές τις εξελίξεις. Συγκρότησαν μια δική τους εκδοχή της Εκκλησίας του Δήμου, καθαίρεσαν τους στρατηγούς τους και διακήρυξαν την εναντίωσή τους στο νέο καθεστώς. Ο Αλκιβιάδης τους έπεισε ότι θα κατάφερνε να πάρει τον Τισσαφέρνη με το μέρος του και τον εξέλεξαν στρατηγό. Από την άλλη, στην Αθήνα σημειώθηκαν ρήξεις μεταξύ των Τετρακοσίων, οι οποίοι απέτυχαν να καταρτίσουν τη λίστα των 5.000 επίλεκτων πολιτών, ενώ ναυάγησαν και οι διαπραγματεύσεις με τη Σπάρτη, με αποτέλεσμα το καθεστώς να χάσει την αξιοπιστία του. 

Η οχύρωση της Δεκέλειας από τους Σπαρτιάτες είχε καταστρεπτικά αποτελέσματα για τους Αθηναίους, που έχασαν έτσι την ύπαιθρο. Οι Αθηναίοι έκαναν προσπάθεια για ναυπήγηση νέου στόλου, ενώ συγχρόνως οι Πέρσες επανεμφανίστηκαν στο Αιγαίο. Ο Αλκιβιάδης, που είχε καταφύγει στη Μικρά Ασία, συμβούλευσε τους Πέρσες να διατηρήσουν τον πόλεμο μεταξύ Αθήνας-Σπάρτης, έτσι αυτοί έδωσαν χρήματα στους Σπαρτιάτες και εκείνοι ναυπήγησαν στόλο. Οι Αθηναίοι ανακάλεσαν τον Αλκιβιάδη, ο οποίος όμως θεωρήθηκε αργότερα υπεύθυνος για την ήττα των Αθηναίων στο νότιο ακρωτήριο της Σάμου (το 407 π.Χ.).

Μια επίθεση των Σπαρτιατών στην Εύβοια, η οποία έδωσε το έναυσμα στις πόλεις εκεί να εξεγερθούν ενάντια στην Αθήνα, ήταν ο παράγοντας που επέσπευσε την κατάρρευση της ολιγαρχίας. Σε μια συνέλευση της Εκκλησίας του Δήμου, που θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι απαρτιζόταν από τους 5.000 επίλεκτους πολίτες, καθαιρέθηκε η Βουλή των Τετρακοσίων και ψηφίστηκε η επαναφορά του Αλκιβιάδη. Ορισμένοι από τους επικεφαλής των ολιγαρχικών που επαναστάτησαν κατέφυγαν στη Δεκέλεια, ενώ άλλους τους συνέλαβαν, τους δίκασαν και τους καταδίκασαν σε θάνατο.

Φαίνεται ότι ακολούθησε μια σύντομη περίοδος κατά την οποία ο αριθμός των ατόμων που συμμετείχαν στην αθηναϊκή Εκκλησία του Δήμου και σε δημόσια αξιώματα είχε περιοριστεί στους 5.000. Ωστόσο, το 410 π.Χ. ψηφίστηκε ένας νόμος που όριζε ότι οποιοσδήποτε «ανέτρεπε τη δημοκρατία ή κατείχε κάποιο αξίωμα μετά την ανατροπή θα εκτελούνταν χωρίς ο φόνος του να επισύρει αντίποινα και η περιουσία του θα δημευόταν. Δημιουργήθηκε ένα ταμείο για να χρηματοδοτούνται όσοι είχαν δημόσια αξιώματα. Στην ουσία είχε αποκατασταθεί το παλιό δημοκρατικό πολίτευμα της»

Διαβάστε Επίσης: Η εκστρατεία της Αμφίπολης και ο θάνατος του Βρασίδα, του πιο γεναίου Σπαρτιάτη στρατηγού της εποχής.

Οι τελικές συγκρούσεις

Το διάστημα από το 410 π.Χ. ως το 406 π.Χ. ήταν μια περίοδος σχεδόν αδιάκοπης ναυτικής δραστηριότητας στο Ανατολικό Αιγαίο και στην περιοχή του Ελλησπόντου. Ο αγώνας για ναυτική κυριαρχία μεταξύ των δύο πλευρών τελικά καθόρισε την έκβαση του πολέμου. Ο σατράπης της βόρειας Περσίας, Φαρνάβαζος, ενθάρρυνε τους Σπαρτιάτες να στρέψουν την προσοχή τους στις πόλεις που ήταν υπό τον έλεγχο των Αθηναίων στον Ελλήσποντο, προσφέροντάς τους επιδοτήσεις για να πληρώσουν τα πληρώματα των πλοίων τους και στρατό για να στηρίξουν τις επιδρομές τους στην ξηρά. 

Ο Αλκιβιάδης Κλεινίου Αθηναίος ήταν εξέχων Αθηναίος πολιτικός, ρήτορας και στρατηγός. Ήταν το τελευταίο γνωστό μέλος της αριστοκρατικής οικογένειας των Αλκμεωνιδών. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στο δεύτερο μισό του Πελοποννησιακού πολέμου ως στρατηγικός σύμβουλος, στρατιωτικός και πολιτικός.
Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου ο Αλκιβιάδης άλλαξε τις πολιτικές του συμμαχίες αρκετές φορές. Στην πατρίδα του Αθήνα, υιοθέτησε στις αρχές της δεκαετίας του 410 π.Χ. μια επιθετική εξωτερική πολιτική και ήταν θερμός υποστηρικτής της εκστρατείας στη Σικελία, αλλά έφυγε στη Σπάρτη, όταν οι πολιτικοί του εχθροί τον κατηγόρησαν για ιεροσυλία. Στη Σπάρτη υπηρέτησε ως στρατηγικός σύμβουλος, προτείνοντας ή επιβλέποντας μεγάλες εκστρατείες κατά της Αθήνας. Και στη Σπάρτη ωστόσο ο Αλκιβιάδης απέκτησε ισχυρούς εχθρούς, οπότε και διέφυγε στην Περσία. Εκεί υπηρέτησε ως σύμβουλος του σατράπη Τισσαφέρνη, μέχρι να του ζητήσουν οι Αθηναίοι να επιστρέψει. Έτσι υπηρέτησε ως Αθηναίος στρατηγός για αρκετά χρόνια, αλλά οι εχθροί του κατάφεραν να τον εξορίσουν για δεύτερη φορά.

Ο πελοποννησιακός στόλος υπό την ηγεσία του Σπαρτιάτη ναυάρχου Μινδάρου κατέκτησε το 410 π.Χ. την πόλη του Βυζαντίου. Η θέση του Βυζαντίου στην είσοδο της Μαύρης Θάλασσας ήταν πολύ σπουδαία για τα συμφέροντα της Αθήνας. Κάθε χρόνο από το στενό κανάλι του Ελλησπόντου, που προστατευόταν από το Βυζάντιο, περνούσε, μεταξύ άλλων, μεγάλος αριθμός πλοίων που μετέφεραν σιτηρά από τη Μαύρη Θάλασσα. Οι Αθηναίοι χρειάστηκαν δύο χρόνια για να ανακαταλάβουν την πόλη, αλλά δεν κατάφεραν να εκτοπίσουν εντελώς του Πελοποννησίους από την περιοχή για το υπόλοιπο του πολέμου. 

Οι Αθηναίοι είχαν αρκετές επιτυχίες, με κυριότερη αυτή στην Κύζικο το 410 π.Χ., όπου καταποντίστηκε σχεδόν ολόκληρος ο πελοποννησιακός στόλος και σκοτώθηκε ο Μίνδαρος. Μια σημαντική καμπή ήταν το 407 π.Χ., όταν δύο νέοι αρχηγοί ανέλαβαν τον αγώνα ενάντια στους Αθηναίους. Ο ένας ήταν ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Λύσανδρος, ο οποίος βελτίωσε ριζικά τη σπαρτιατική ναυτική δύναμη. Ο άλλος ήταν ο Κύρος, ο μικρότερος γιος του Πέρση βασιλιά, που είχε σταλεί στις δυτικές σατραπείες της αυτοκρατορίας του μεγάλου βασιλιά με την εντολή να εξασφαλίσει τη νίκη των Σπαρτιατών στον πόλεμο. Η στρατηγική του Τισσαφέρνη εξελίχθηκε σε πράξη εξισορρόπησης: Επιχείρησε να κρατήσει τις αντίπαλες αθηναϊκές και πελοποννησιακές δυνάμεις ισοδύναμες ώστε να εξαντλεί η μία την άλλη και να καταφέρει έτσι να παρέμβει αποφασιστικά και να διώξει εντελώς και τις δύο πλευρές από τις δυτικές σατραπείες.

Ωστόσο, με τον ερχομό του Κύρου εγκατέλειψε αυτή τη στρατηγική και προτίμησε να υποστηρίξει αποτελεσματικά τους Σπαρτιάτες και τους συμμάχους τους. Η σχέση μεταξύ του Κύρου και του Λύσανδρου επηρέασε και αυτή την έκβαση του πολέμου στο Αιγαίο. Θα μπορούσε μάλιστα να ισχυριστεί κανείς ότι, αναγνωρίζοντας ο ένας τις φιλοδοξίες του άλλου, κατάφεραν να βρουν ένα κοινό πεδίο συνεννόησης. Ο Κύρος ονειρευόταν να διοικήσει την Περσική Αυτοκρατορία στη θέση του αδερφού του, του Αρταξέρξη, που ήταν ο μεγαλύτερος γιος του βασιλιά. Ο Λύσανδρος δεν μπορούσε να ελπίζει ότι θα γινόταν βασιλιάς της Σπάρτης επειδή δεν είχε στενή συγγενική σχέση με καμία από τις βασιλικές οικογένειες. Εντούτοις, φαίνεται ότι πίστευε πως είχε τη δυνατότητα να αυξήσει την επιρροή του έξω από τη Σπάρτη περισσότερο από ό,τι οι φιλόδοξοι Σπαρτιάτες κυβερνήτες Βρασίδας και Γύλιππος.

Η επιρροή του Αλκιβιάδη στον πόλεμο έφτασε στο τέλος της το 406 π.Χ., όταν, φεύγοντας από τον αθηναϊκό στόλο στο Νότιον, αντί να ορίσει επικεφαλής τον έναν από τους δύο στρατηγούς, επέλεξε τον πηδαλιούχο και παλιό του φίλο, τον Αντίόχο. Ο Αντίοχος, κάνοντας μια απερίσκεπτη κίνηση, προσπάθησε να στήσει ενέδρα σε ένα τμήμα του στόλου του Λύσανδρου, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρή ήττα και να χάσει 22 πλοία. Ο Αλκιβιάδης ανέλαβε την ευθύνη, όμως, αντί να επιστρέψει στην Αθήνα και να αντιμετωπίσει την οργή της Εκκλησίας του Δήμου, κατέφυγε σε ένα ιδιωτικό οχυρό που είχε χτίσει στον Ελλήσποντο. 

Ο Λύσανδρος ήταν Σπαρτιάτης πολιτικός και στρατηγός, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη νίκη των Σπαρτιατών κατά των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό πόλεμο το 404 π.Χ. Ήταν ικανότατος στρατηγός και ναύαρχος των Λακεδαιμονίων, υπέρμετρα όμως φιλόδοξος και χωρίς ηθικούς φραγμούς. Διεκπεραίωσε νικηφόρα τη ναυμαχία κοντά στο Νότιο Ακρωτήριον, όπως και τη ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς. Κατόπιν πολιόρκησε την Αθήνα, την υποχρέωσε σε παράδοση και κατέστρεψε τα Μακρά Τείχη το 404 π.Χ. Ήταν εκείνος που εγκατέστησε σπαρτιατική φρουρά στην Ακρόπολη της Αθήνας και το καθεστώς των Τριάκοντα Τυράννων. Απέτυχε στην προσπάθειά του κατά του Αγησιλάου Β’ να γίνει βασιλιάς της Σπάρτης
Σκοτώθηκε στη μάχη της Αλιάρτου το 395 π.Χ., κατά το Βοιωτικό Πόλεμο, σε μια προσπάθεια του να βοηθήσει τους Φωκείς.

Ο Λύσανδρος αντικαταστάθηκε προσωρινά από έναν άλλο Σπαρτιάτη ναύαρχο, τον Καλλικρατίδα, ο οποίος σκοτώθηκε στην νικηφόρα για τους Αθηναίους ναυμαχία στις Αργινούσες, το 406 π.Χ. Οι Αθηναίοι σε μεγάλο βαθμό αναίρεσαν τη νίκη τους καταδικάζοντας τους περισσότερους από τους στρατηγούς τους σε θάνατο, επειδή δεν κατάφεραν να σώσουν τα πληρώματα των πλοίων που υπέστησαν ζημιές. Οι Σπαρτιάτες με την επιμονή του Κύρου επανέφεραν τον Λύσανδρο στη διοίκηση του στόλου τους. 

Η καθοριστική μάχη δόθηκε στον Ελλήσποντο στο τέλος του 405 π.Χ. Ο στόλος του Λύσανδρου πολιορκούσε την πόλη Λάμψακο, ενώ οι Αθηναίοι έδεσαν τα πλοία τους στην απέναντι πλευρά του Ελλησπόντου στους Αιγός Ποταμούς. Επί πέντε μέρες προσπαθούσαν να εμπλέξουν τον Λύσανδρο σε μάχη, αλλά εκείνος παρέμενε αμετακίνητος. Όταν οι Αθηναίοι επέστρεψαν το πέμπτο βράδυ στις σκηνές τους και τα πληρώματα σκορπίστηκαν για να αναζητήσουν τροφή, τότε ο Λύσανδρος επιτέθηκε και τους αιφνιδίασε. Κατέλαβε σχεδόν όλα τα αθηναϊκά πλοία. Με τη νίκη αυτή του Λύσανδρου η Σπάρτη ουσιαστικά κέρδισε τον πόλεμο.

Οι Αθηναίοι συνειδητοποίησαν ότι χωρίς έναν ισχυρό στόλο να τους παρέχει πρόσβαση στην ναυτική ηγεμονία τους δεν μπορούσαν να συνεχίσουν τον αγώνα τους. Την άνοιξη του 404 π.Χ. οι δύο Σπαρτιάτες βασιλιάδες οδήγησαν τους στρατούς τους στα τείχη της Αθήνας, ενώ ο Λύσανδρος αγκυροβόλησε το στόλο του έξω από το λιμάνι του Πειραιά. Ακολούθησε μια περίοδος έντονων διαπραγματεύσεων μεταξύ Σπαρτιατών εφόρων και μιας αποστολής με επικεφαλής τον Θηραμένη, ενώ οι Αθηναίοι περίμεναν πίσω από τα τείχη. Η αποστολή επέστρεψε με τα νέα ότι οι Σπαρτιάτες είχαν αντιδράσει στις πιέσεις που είχαν ασκήσει οι σύμμαχοί τους –με επικεφαλής τη Θήβα και την Κόρινθο- προκειμένου να καταστρέψουν την πόλη και να υποδουλώσουν τους πολίτες. 

Ως αντάλλαγμα, οι Αθηναίοι χρειάστηκε να κατεδαφίσουν τα οχυρά τους, να παραδώσουν τα υπόλοιπα πλοία τους, εκτός από 12, και να συμμαχήσουν με τους Σπαρτιάτες. Ο Λύσανδρος και ο στόλος του έπλευσαν στο λιμάνι και αμέσως άρχισαν να κατεδαφίζουν μέρος των τειχών με τη συνοδεία αυλών. Ο Ξενοφώντας, ο οποίος ήταν μάρτυρας του εορτασμού της σπαρτιατικής νίκης, έγραψε: «Πίστευαν ότι αυτή η μέρα θα ήταν αρχή για την ελευθερία των Ελλήνων».

Διαβάστε Επίσης: H Μάχη της Πύλου και της Σφακτηρίας και η ταπεινωτική ήττα της Σπάρτης.

Ήττα της Αθήνας και το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου

Αργότερα η Σπάρτη ηττήθηκε στις Αργινούσες το 406 π.Χ. και ο πόλεμος μεταφέρθηκε προς το Βόρειο Αιγαίο. Το 405 π.Χ., ο Σπαρτιάτης Λύσανδρος στους Αιγός Ποταμούς, στον Ελλήσποντο, κυρίευσε με έξυπνο στρατηγικό τέχνασμα όλα τα αθηναϊκά πλοία (εκτός από 12 που κατέφυγαν στην Κύπρο), γεγονός που συντέλεσε την ολοκληρωτική ήττα των Αθηναίων. Μετά από αυτό, ο στόλος της Σπάρτης απέκλεισε την Αθήνα από τη θάλασσα και, μέσω της οχυρωμένης Δεκέλειας, από την ξηρά. Η πολιορκία εξάντλησε τους Αθηναίους οι οποίοι, το 404 π.Χ., παραδόθηκαν και ζήτησαν ειρήνη.

O Θουκυδίδης αποδίδει την τελική ήττα της Αθήνας στις πολιτικές συγκρούσεις που μαίνονταν στο εσωτερικό της. Αν και δεν αφηγείται λεπτομερώς το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου, κάνει ορισμένα σύντομα σχόλια σχετικά με την έκβασή του μετά την περιγραφή της στρατηγικής που ακολούθησε ο Περικλής τα πρώτα χρόνια της σύρραξης. Σημειώνει ότι, μετά τις απώλειες στη Σικελία και την παρέμβαση του Πέρση υπέρ των Σπαρτιατών, οι Αθηναίοι κατάφεραν να συνεχίσουν τον πόλεμο για οκτώ ακόμη χρόνια. Όπως λέει, «μόνο αφού αλληλοσπαράχτηκαν μεταξύ τους αναγκάστηκαν να παραδοθούν». 

Είδαμε αρκετά παραδείγματα αυτού του είδους των εσωτερικών συγκρούσεων: την καταδίκη του Αλκιβιάδη, την επανάσταση των ολιγαρχικών του 411 π.Χ. και τη δίκη και την εκτέλεση των στρατηγών μετά τη μάχη στις Αργινούσες το 406 π.Χ. Είναι επίσης σαφές ότι η παράταση ενός πολέμου που απαιτούσε τόσους άνδρες και τόσα πλοία εξάντλησε τους πόρους ενός σχετικά μικρού κράτους. Οι Σπαρτιάτες δίσταζαν να ρίξουν πολλούς από τους δικούς τους πολίτες στον πόλεμο, αλλά με την υποστήριξη της Περσίας και ενός μεγάλου συνασπισμού κρατών κατάφεραν να διατηρήσουν την πίεση στους Αθηναίους μέχρι το σημείο να μην μπορούν να συνεχίσουν τη μάχη λόγω έλλειψης χρημάτων και ανδρών.

Το δημοκρατικό πολίτευμα της Αθήνας, μετά την παράδοσή της στους Σπαρτιάτες, το 404 π.Χ. αντικαταστάθηκε από μια ολιγαρχία. Αυτό το νέο καθεστώς αποτελούνταν από ένα σώμα 30 ανδρών των οποίων η αποστολή ήταν η συγκρότηση ενός νέου μακροπρόθεσμου συντάγματος για την Αθήνα. Οι επονομαζόμενοι τριάκοντα τύραννοι είχαν την υποστήριξη του Λύσανδρου και 700 οπλιτών που είχαν στείλει οι Σπαρτιάτες. Τα μέλη της ολιγαρχίας, πολλά από τα οποία είχαν φύγει από την Αθήνα μετά την αποτυχημένη επανάσταση του 411 π.Χ., άρχισαν να κλείνουν παλιούς λογαριασμούς και να πλουτίζουν σε βάρος τόσο πολιτών όσο και μη Αθηναίων κατοίκων, όπως ο δικανικός ρήτορας Λυσίας και ο αδερφός του Πολέμαρχος, οι οποίοι συνελήφθησαν βάσει κατασκευασμένων κατηγοριών ώστε να δημευτούν οι περιουσίες τους. 

Ορισμένα από τα θύματά τους διέφυγαν, όπως ο Λυσίας, που κατέφυγε στα Μέγαρα, όμως άλλοι, όπως ο Πολέμαρχος, εκτελέστηκαν. Ο Θηραμένης, ένας από τους τριάκοντα τυράννους, προσπάθησε να αντισταθεί στην επιβολή τρομοκρατίας, αλλά τον κατήγγειλε ο συνάδελφός του Κριτίας και εκτελέστηκε. Πολλοί από τους πρώην εχθρούς της Αθήνας, όπως η Κόρινθος, τα Μέγαρα και οι Θήβες, δυσαρεστήθηκαν όταν η Σπάρτη απέρριψε το αίτημά τους να τιμωρήσουν τους Αθηναίους όπως αυτοί είχαν τιμωρήσει τους κατοίκους της Μήλου και της Σικυώνας, εκτελώντας τους άνδρες πολίτες και εξανδραποδίζοντας τις γυναίκες και τα παιδιά. Ακόμη, δυσανασχέτησαν με το γεγονός ότι οι Σπαρτιάτες λεηλάτησαν την Αθήνα αλλά δεν μοιράστηκαν τα λάφυρα. Επειδή δεν επιθυμούσαν να δουν την Αθήνα να γίνεται υποτελής σύμμαχος της Σπάρτης, πρόσφεραν άσυλο και υποστήριξη στους αντιπάλους των τριάκοντα τυράννων. Μια ισχυρή φατρία δημοκρατικών με αρχηγό τον Θρασύβουλο επέστρεψε στην Αθήνα και κατέλαβε τον Πειραιά. 

Ο Πελοποννησιακός πόλεμος ήταν το τέλος της αθηναϊκής ηγεμονίας και επηρέασε καθοριστικά τον Ελλαδικό κόσμο. Σχεδόν όλες οι Ελληνικές πόλεις πήραν μέρος σε αυτόν και οι πολεμικές συρράξεις έλαβαν χώρα σε όλον σχεδόν τον ελληνόφωνο κόσμο. Γι’ αυτό και ονομάζεται από νεώτερους ερευνητές «αρχαίος παγκόσμιος πόλεμος».

Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκε ο Κριτίας και τελικά οι βιαιοπραγίες τερματίστηκαν με την παρέμβαση του Σπαρτιάτη βασιλιά Παυσανία. Τα υπόλοιπα μέλη της ολιγαρχίας και οι υποστηρικτές τους αναζήτησαν άσυλο στην Ελευσίνα, στα σύνορα της Αττικής, και οι Αθηναίοι κατάφεραν σταδιακά να αποκαταστήσουν πλήρως τη δημοκρατία τους. Οι Σπαρτιάτες είχαν κερδίσει μια μεγάλη νίκη, αλλά η επιβολή της ολιγαρχίας στην Αθήνα ήταν απλώς η πρώτη από μια σειρά σκληρών, αλαζονικών ενεργειών που τους αποξένωσαν από τους πρώην συμμάχους τους. Σε μια βραχύβια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια σπαρτιατική αυτοκρατορία από τα ερείπια της αθηναϊκής, ο Λύσανδρος έστειλε Σπαρτιάτες κυβερνήτες και φρουρές σε πολλές ελληνικές πόλεις που στο παρελθόν ήταν υποτελείς στην Αθήνα. 

Επίσης, ενεπλάκησαν σε πόλεμο με την Περσία, αφενός λόγω της αδυναμίας τους να τηρήσουν αυτά που είχαν συμφωνήσει με τους Πέρσες, αφετέρου εξαιτίας της βοήθειας που προσέφεραν στον Κύρο στην ανεπιτυχή προσπάθειά του να ανατρέψει τον αδερφό του, Αρταξέρξη, που είχε γίνει βασιλιάς μετά το θάνατο του Δαρείου το 405 π.Χ. Από το 396 π.Χ. μέχρι το 390 π.Χ. περίπου σημειώθηκε μια αδιέξοδη σύγκρουση μεταξύ της Σπάρτης και μιας συμμαχίας ελληνικών κρατών, στην οποία περιλαμβάνονταν η Κόρινθος, το Άργος, η Θήβα και η Αθήνα. Αυτή η συμμαχία δέχτηκε οικονομική και ναυτική βοήθεια από το μεγάλο βασιλιά, του οποίου ο στόλος έφτασε στην Αθήνα το 394 π.Χ. υπό τη διοίκηση του Αθηναίου ναυάρχου Κόνωνα και αποκατέστησε τα Μακρά Τείχη που είχαν κατεδαφιστεί το 404 π.Χ. 

Τελικά, το αδιέξοδο τερματίστηκε από τους Σπαρτιάτες, που συνομολόγησαν πάλι ειρήνη με το βασιλιά της Περσίας το 387/386 π.Χ. Η Ειρήνη του Βασιλιά, όπως ήταν γνωστή, εξασφάλιζε αυτονομία σε όλες τις ελληνικές πόλεις, εκτός αυτών της Μικράς Ασίας που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είχαν επιστραφεί στην Περσία με τη συνθήκη του 411 π.Χ. Αν κάποιοι αθετούσαν τους όρους αυτής της κοινής ειρήνης μεταξύ των Ελλήνων, τότε ο μεγάλος βασιλιάς θα τους κήρυσσε τον πόλεμο. Έτσι, τελικά την «ελευθερία» των Ελλήνων το σύνθημα στις αρχές του Πελοποννησιακού Πολέμου δεν εγγυήθηκε η Σπάρτη, αλλά ο Πέρσης βασιλιάς.

Βιβλιογραφία

Philip de Souza – The Peloponnesian War 431-404 BC
Thyucydides, Peloponnesian War
Xenophon, History of my Times
Plutarch, Parallel Lives
Bagnall, Nigel. The Peloponnesian War: Athens, Sparta, And The Struggle For Greece
Cawkwell, George. Thucydides and the Peloponnesian War
Hanson, Victor Davis. A War Like No Other: How the Athenians and Spartans Fought the Peloponnesian War

Διαβάστε Επίσης: Mάχη της Μαντινείας: Οι Σπαρτιάτες αντιμετωπίζουν τον Πελοποννησιακό συνασπισμό και τους Αθηναίους σε μία από τις μεγαλύτερες μάχες της αρχαιότητας μεταξύ οπλιτών.

Η μάχη των “Πρωταθλητών”(Θυρέα 546 π.Χ) – 600 Σπαρτιάτες και Αργείοι επίλεκτοι οπλίτες μάχονται μέχρις εσχάτων.

Η Μάχη της Θυρέας διεξήχθη το 546 π.Χ. στην περιοχή της Θυρέας (σημερινό Άστρος), ανάμεσα στους Αργείους και στους Σπαρτιάτες. Η Μάχη της Θυρέας,...

Ο Μακεδονικός Αγώνας 1904-1908 

Η Μακεδονία στις αρχές του 20ού αιώνα  Οικονομία και κοινωνία Στις αρχές του 20ού αιώνα η Μακεδονία βρισκόταν σε πορεία μετάβασης από την παράδοση στον εκσυγχρονισμό....