Μάχη στο Άσκλο: Η δεύτερη μάχη της Ιταλικής εκστρατείας του Πύρρου από την οποία βγήκε η φράση “Πύρρειος νίκη”

Η μάχη στο Άσκλο έλαβε χώρα το 279 π.Χ. μεταξύ της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας υπό τη διοίκηση των προξένων Publius Decius Mus και Publius Sulpicius Saverrio και των δυνάμεων του Πύρρου του βασιλιά της Ηπείρου. Η μάχη έγινε κατά τη διάρκεια του Πυρρίχιου Πολέμου, μετά τη Μάχη της Ηράκλειας το 280 π.Χ., που ήταν η πρώτη μάχη του πολέμου. Υπάρχουν μαρτυρίες αυτής της μάχης από τρεις αρχαίους ιστορικούς: τον Διονύσιο της Αλικαρνασσού, τον Πλούταρχο και τον Κάσσιο Δίο. Το Άσκλον (λατινικά: Asculum) βρισκόταν στη Λουκανική επικράτεια, στη νότια Ιταλία.

Η πορεία πρός τη Μάχη

Η Ιταλική εκστρατεία του Πύρρου

Ο Κάσσιος Δίο έγραψε ότι κατά τον χειμώνα του 280/279 π.Χ. και οι δύο πλευρές προετοιμάστηκαν για την επόμενη μάχη. Την άνοιξη του 279 π.Χ., ο Πύρρος εισέβαλε στην Απουλία. Πολλές πόλεις καταλήφθηκαν ή συνθηκολογήθηκαν. Οι Ρωμαίοι όταν έφτασαν κοντά στο Άσκλο στρατοπέδευσαν απέναντί απο τα στρατεύματα ​​του Πύρρου. Σύμφωνα με την αφήγηση του Πλούταρχου, αφού ανάπαυσε τον στρατό του, ο Πύρρος βάδισε για να αντιμετωπίσει τους Ρωμαίους. 

Σύμφωνα με τον Διονύσιο της Αλικαρνασσού, ο Πύρρος είχε 70.000 πεζούς, εκ των οποίων οι 16.000 ήταν Έλληνες απο την Μακεδονία και την Ήπειρο και οι υπόλοιποι ήταν απο τις αποικίες της Κάτω Ιταλίας καθώς και πολλοί Ιταλοί σύμμαχοι. Οι Ρωμαίοι είχαν περισσότερους από 70.000 πεζούς, από τους οποίους περίπου 20.000 ήταν Ρωμαίοι (τέσσερις λεγεώνες που εκείνη την εποχή είχαν 4.000 άνδρες η καθεμία), οι υπόλοιποι ήταν στρατεύματα από συμμάχους. Οι Ρωμαίοι είχαν περίπου 8.000 ιππείς ενώ ο Πύρρος είχε λίγο περισσότερους, συν τους 19 πολεμικούς ελέφαντες.

Ο Πύρρος είχε άνδρες από τη Μακεδονία τη Θεσπρωτία, την Αμβρακία, μισθοφόρους από τους Αιτωλούς, Ακαρνάνους και Αθαμανούς. Αυτοί οι Έλληνες πολέμησαν στον σχηματισμό μάχης της Μακεδονικής Φάλαγγας. Είχε μοίρες ιππικού από τη Θεσσαλία, Έλληνες της πόλης του Τάραντα στη νότια Ιταλία όπως επίσης και συμμάχους από τρεις ιταλικούς λαούς: τους Βρούτους, τους Λουκάνιους και τους Σαμνίτες. Μεταξύ των συμμάχων της Ρώμης που αναφέρει ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσός ήταν οι Φρεντάνοι, οι Μαρρουτσίνι, οι Παελίνι, οι Ντάουνι και οι Ουμβριανοί. Μπορεί επίσης να υπήρχαν δυνάμεις από τους Μάρσι και Βεστίνι οι οποίοι ήταν επίσης σύμμαχοι της Ρώμης.

Επειδή οι ελέφαντες του Πύρρου είχαν προκαλέσει πολύ τρόμο και καταστροφές στη  Μάχη της Ηράκλειας, οι Ρωμαίοι επινόησαν ειδικά βαγόνια εναντίον τους. Ήταν τετράτροχα και είχαν κοντάρια τοποθετημένα όρθια και εγκάρσια. Οι Ρωμαίοι θα μπορούσαν να τα κινήσουν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Μερικοί είχαν σιδερένιες τρίαινες, ακίδες ή δρεπάνια, και κάποια είχαν μικρούς καταπέλτες που εκσφενδόνιζαν βαριά σιδερένια βλήματα». Πολλοί στύλοι προεξείχαν μπροστά από τα βαγόνια και είχαν πυρίμαχα βαρέλια τυλιγμένα σε ύφασμα επικαλυμμένο με πίσσα. Τα βαγόνια επίσης μετέφεραν τοξότες, και σφενδονιστές που πετούσαν σιδερένια βλήματα. Οι Ρωμαίοι είχαν 300 τέτοια βαγόνια. 

Ο Πύρρος παρέταξε τη μακεδονική φάλαγγα των Ηπειρωτών και των Αμβρακίων, τους συμμάχους και τους μισθοφόρους από τον Τάραντα με τις λευκές ασπίδες τους και τους συμμάχους Βρούτους και Λουκάνιους στη δεξιά πτέρυγα. Οι Θεσπρωτοί και οι Χάονες αναπτύχθηκαν στο κέντρο δίπλα στους Αιτωλούς, Ακαρνάνους και Αθαμάνους μισθοφόρους. Οι Σαμνίτες αποτελούσαν την αριστερή πτέρυγα. Στη δεξιά πτέρυγα του ιππικού ήταν οι μοίρες των Σαμνιτών, Θεσσαλών Βρούτων και Ταρεντίνων. Στην αριστερή πτέρυγα ήταν μοίρες των Αμβρακίων, Λουκανίων Ταρεντίνων και Ελλήνων μισθοφόρων. 

Χώρισε το ελαφρύ πεζικό και τους ελέφαντες σε δύο ομάδες και τους τοποθέτησε πίσω από τα άκρα του στρατού του, σε μια ελαφρώς υπερυψωμένη θέση. Ο Πύρρος είχε μια ομάδα από 2.000 διαλεγμένους ιππείς πίσω από τη γραμμή μάχης για να βοηθήσουν τα σκληρά πιεσμένα στρατεύματα. Οι Ρωμαίοι είχαν την πρώτη και την τρίτη λεγεώνα στη δεξιά πτέρυγα. Η πρώτη αντιμετώπισε την Ηπειρώτικη και Αμβρακική φάλαγγα και τους Ταρεντίνους μισθοφόρους. Η τρίτη αντιμετώπισε τη φάλαγγα του Τάραντα με τις λευκές ασπίδες, τους Βρούτους και τους Λουκάνιους. 

Η τέταρτη λεγεώνα σχημάτισε το κέντρο. Η δεύτερη λεγεώνα ήταν στη δεξιά πτέρυγα. Οι Λατίνοι, οι Βόλσι και οι Καμπάνιοι (που ήταν μέρος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας) και οι σύμμαχοι της Ρώμης χωρίστηκαν σε τέσσερις λεγεώνες που αναμίχθηκαν με τις ρωμαϊκές λεγεώνες για να ενισχύσουν όλες τις γραμμές. Το ελαφρύ πεζικό και τα βαγόνια που επρόκειτο να αναπτυχθούν εναντίον των ελεφάντων ήταν έξω από τη γραμμή. Τόσο το ρωμαϊκό όσο και το συμμαχικό ιππικό ήταν στα άκρα. 

Η μάχη

Σύμφωνα με την αφήγηση του Πλούταρχου, η μάχη διήρκεσε δύο ημέρες. Στις μαρτυρίες του Κάσιου Δίου και του Διονυσίου του Αλικαρνασσού κράτησε μια μέρα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο τη μάχη κέρδισε ο Πύρρος, σύμφωνα με τον Κάσσιο Δίο, νίκησαν οι Ρωμαίοι. Ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσός δεν ανέφερε ποια ήταν η έκβαση της μάχης.

Αναφορά του Πλούταρχου

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, η μάχη διήρκεσε δύο ημέρες. Αφού ανάπαυσε τον στρατό του, ο Πύρρος βάδισε στο Άσκλο για να αντιμετωπίσει τους Ρωμαίους. Ωστόσο, αναγκάστηκε να κινηθεί σε μια περιοχή όπου, λόγω των δασωμένων όχθεων του ποταμού, δεν μπορούσε να αναπτύξει το ιππικό ή να χρησιμοποιήσει τους ελέφαντες του εναντίον των Ρωμαίων. Οι μάχες ήταν σκληρές και πολλοί σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν, πριν η μάχη διακοπεί το βράδυ. Κατά τη διάρκεια της νύχτας ο Πύρρος έστειλε ένα απόσπασμα να καταλάβει τις δυσμενείς περιοχές του πεδίου για να μπορέσει να πολεμήσει και να αναπτύξει τους ελέφαντες του σε επίπεδο έδαφος. Έβαλε πολλούς τοξότες ανάμεσα στους ελέφαντες και τους διέταξε να σχηματίσουν έναν συμπαγή σχηματισμό. Έτσι οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα άκρα για να πλαγιοκοπήσουν τον στρατό του Πύρρου όπως την προηγούμενη μέρα. Έπρεπε να πολεμήσουν σε επίπεδο έδαφος με κατά μέτωπο επίθεση. Πολέμησαν λυσσαλέα με τα ξίφη τους κατά των μακεδονικών σαρισσοφόρων, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να απωθήσουν τα εχθρικά στρατεύματα πριν προλάβουν να τους επιτεθούν οι ελέφαντες απο τα πλάγια. Παρά την γεναία μάχη και την αντίστασή τους οι Ρωμαίοι τελικά οδηγήθηκαν πίσω από τους ελέφαντες και κατέφυγαν στο στρατόπεδό τους. 

Αναφορά του Κάσσιου Δίο

Ο Κάσσιος Δίο έγραψε ότι οι δύο πλευρές απέφευγαν η μία την άλλη για αρκετές ημέρες. Υπήρχαν φήμες ότι ο Publius Decius Mus (ένας από τους δύο προξένους) ετοιμαζόταν να “αφοσιωθεί” όπως ο πατέρας και ο παππούς του. Σε μια “αφοσίωση” , ένας Ρωμαίος διοικητής θυσίαζε τη ζωή του ορμώντας στις τάξεις του εχθρού, και αυτό γινόταν ως όρκος προς τους θεούς με αντάλλαγμα τη νίκη όταν τα ρωμαϊκά στρατεύματα βρισκόταν σε μειονεκτική θέση. Αυτή η φήμη φανάτισε τους Ρωμαίους στρατιώτες ενω ανησύχησε τους Ιταλούς συμμάχους του Πύρρου, οι οποίοι πίστευαν ότι ο θάνατος του Δέκιου θα τους κατέστρεφε. 

Ο Πύρρος προσπάθησε να τους καθησυχάσει και τους διέταξε να συλλάβουν ζωντανό όποιον φορούσε τα οικογενειακά σύμβολα των Δέκιων. Επίσης έστειλε έναν αγγελιοφόρο να πει στον Πούβλιο Δέκιο ότι δεν θα πετύχαινε την πρόθεσή του και αφού τον έπιαναν ζωντανό θα βασανίζονταν και θα πέθαινε άθλια. Οι Ρωμαίοι πρόξενοι απάντησαν ότι δεν χρειαζόταν να καταφύγουν σε αφοσίωση γιατί ο Ρωμαικός στρατός θα τον νικούσε έτσι κι αλλώς.

Στην έκδοση του Κάσσιου, το ποτάμι ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα δεν ήταν εύκολο να το διάβει κανείς. Οι Ρωμαίοι ρώτησαν αν ο Πύρρος θα τους άφηνε να το διασχίσουν ανενόχλητοι ώστε οι δύο δυνάμεις να πολεμήσουν άθικτες, “πρόσωπο με πρόσωπο”. Ο Πύρρος, σίγουρος για τη δύναμη των ελεφάντων του, επέτρεψε στους Ρωμαίους να περάσουν τον ποταμό. Ωστόσο, οι Ρωμαίοι ανέπτυξαν τα βαγόνια τους εναντίον των ελεφάντων, ρίχνοντας βέλη και διάφορα βλήματα. Οι Ρωμαίοι ανάγκασαν σταδιακά τους Ηπειρώτες να υποχωρήσουν μέχρι που ο Πύρρος μετέφερε τους ελέφαντες στην άλλη άκρη της γραμμής, μακριά από τα βαγόνια. 

Στην συνέχεια τους χρησιμοποίησε για να επιτεθεί στο ρωμαϊκό ιππικό, το οποίο κατατροπώθηκε από τους ελέφαντες πριν καν πλησιάσουν στην κύρια γραμμή. Εν τω μεταξύ, κάποιοι συμμάχοι την Ρωμαίων είχαν ξεκινήσει κατά του στρατοπέδου των Ηπειρωτών. Αυτό το γεγονός, υποστηρίζει ο Κάσσιος οτι κέρδισε τη μάχη για τους Ρωμαίους γιατί όταν ο Πύρρος έστειλε μερικούς από τους άνδρες του εναντίον τους, οι υπόλοιποι υποψιάστηκαν ότι το στρατόπεδο είχε πέσει και ότι οι σύντροφοί τους τράπηκαν σε φυγή. Εξαιτίας αυτού υποχώρησαν. Πολλοί έπεσαν και ο Πύρρος και πολλοί αξιωματικοί του τραυματίστηκαν. Άλλοι πέθαναν αργότερα λόγω έλλειψης τροφής και ιατρικών προμηθειών. Ο Πύρρος αποσύρθηκε στον Τάραντα πριν το αντιληφθούν οι Ρωμαίοι. Οι Ρωμαίοι δεν τον καταδίωξαν γιατί πολλοί από τους άνδρες τους τραυματίστηκαν. Κινήθηκαν για να ξεχειμωνιασουν στην Απουλία, ενώ ο Πύρρος ζήτησε στρατιώτες και χρήματα από την Ελλάδα και συνέχισε τις άλλες εκστρατείες του.  

Αναφορά του Διονυσίου  

Στην αφήγηση του Διονυσίου απο την Αλικαρνασσό, το ρωμαϊκό ιππικό συμμετείχε σε μάχες σώμα με σώμα με την κύρια γραμμή και το ελληνικό ιππικό σε πλευρικούς ελιγμούς. Όταν οι Ρωμαίοι καταδιώχθηκαν από τους Έλληνες, γύρισαν τα άλογά τους και πολέμησαν το πεζικό. Όταν η μάχη ήταν ομοιόμορφη, οι Έλληνες έστριψαν προς τα δεξιά, πέρασαν ο ένας μπροστά από τον άλλον και μετά στράφηκαν για να επιτεθούν στον εχθρό. Η δεξιά πτέρυγα του πεζικού κάθε στρατού ήταν η ισχυρότερη. Η μακεδονική φάλαγγα απέκρουσε την πρώτη ρωμαϊκή λεγεώνα και τους Λατίνους που πολέμησαν μαζί της. 

Ο Πύρρος διέταξε τους ελέφαντες να ορμήσουν προς το τμήμα της ρωμαϊκής γραμμής που αντιμετώπιζε δυσκολίες. Οι Ρωμαίοι έστειλαν τα βαγόνια εναντίον τους, με κάποια αρχική επιτυχία. Τότε οι άνδρες που οδηγούσαν τους ελέφαντες τους σταμάτησαν και τα ελαφρώς οπλισμένα ελληνικά στρατεύματα επιτέθηκαν στα βαγόνια και όσοι τα επάνδρωναν τράπηκαν σε φυγή στην πλησιέστερη γραμμή πεζικού, προκαλώντας σύγχυση. Οι Βρουτοι και οι Λουκάνιοι στη μέση του σχηματισμού του Πύρρου τράπηκαν σε φυγή όταν απωθήθηκαν από τη ρωμαϊκή τέταρτη λεγεώνα. Όταν η γραμμή έσπασε, τράπηκαν σε φυγή και οι Ταρεντίνοι. Ο Πύρρος έστειλε μέρος του αγήματος και μέρος του ιππικού στη δεξιά πτέρυγα για να βοηθήσει αυτή την εξασθενημένη γραμμή.

Μερικοί από τους Δαουνιώτες από την Άρπη(4000 πεζοί και 4000 ιππείς), που είχαν σταλεί να βοηθήσουν, πλησίασαν τυχαία στο στρατόπεδο του Πύρρου ενώ ταξίδευαν σε δρόμο που οδηγούσε στα μετόπισθεν του εχθρού. Αποφάσισαν να επιτεθούν στο στρατόπεδο και αφού άκουσαν από κάποιους κρατούμενους ότι είχε μόνο λίγους φρουρούς, επιτέθηκαν από όλες τις πλευρές. Ο Πύρρος έστειλε τους ελέφαντες και τους πιο γενναίους ιππείς στο στρατόπεδο, αλλά το είχαν πυρπολήσει πριν φτάσουν. Οι Δαουνιώτες κατέφυγαν σε έναν λόφο στον οποίο δεν μπορούσαν να ανέβουν άλογα ή ελέφαντες. 

Στη συνέχεια ένα Ελληνικό απόσπασμα επιτέθηκε στην τρίτη και τέταρτη λεγεώνα, οι οποίες είχαν κατατροπώσει τους Ιταλούς συμμάχους τους. Οι Ρωμαίοι αφού τράπηκαν σε φυγή σε έναν απότομο και δασώδη λόφο, παρατάχθηκαν σε σειρά μάχης. Αν και τα άλογα και οι ελέφαντες του Πύρρου δεν μπορούσαν να τους καταδιώξουν, πολλοί σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν από τοξότες και σφενδονιστές. Ο Πύρρος τοτε έστειλε τους Αθαμάνους, οι Ακαρνάνες και κάποιους από τους Σαμνίτες. Οι Ρωμαίοι έστειλαν μερικές μοίρες ιππικού και οι δύο δυνάμεις συγκρούστηκαν με πολλές απώλειες στο κάτω μέρος του λόφου. Και οι δύο πλευρές ανακάλεσαν τα στρατεύματά τους λίγο πριν τη δύση του ηλίου. Οι Ρωμαίοι διέσχισαν το ποτάμι για να φτάσουν στο στρατόπεδό τους. Ο Πύρρος, του οποίου οι δυνάμεις είχαν χάσει τις σκηνές, και τις αποσκευές τους που βρίσκονταν στο στρατόπεδο, στρατοπέδευσε σε ένα λόφο και πέρασε τη νύχτα σε εξωτερικό χώρο και χωρίς φαγητό. Πολλοί από τους τραυματίες πέθαναν λόγω των συνθηκών.

Συνέπεια

Ο Πλούταρχος σημείωσε ότι σύμφωνα με τον Ιερώνυμο της Καρδίας οι Ρωμαίοι έχασαν 6.000 άνδρες και ότι, σύμφωνα με τα σχόλια του ίδιου του Πύρρου, οι Έλληνες έχασαν 3.505 άνδρες. Έγραψε ότι ο Διονύσιος της Αλικαρνασσού δεν έκανε «καμία αναφορά σε δύο μάχες στο Άσκλο, ούτε σε μια παραδεκτή ήττα των Ρωμαίων» και ότι (σε ​​ένα απόσπασμα που τώρα έχει χαθεί) ο Διονύσιος έγραψε ότι πάνω από 15.000 άνδρες και από τις δύο πλευρές έπεσαν στη μάχη. Ο Πλούταρχος έγραψε επίσης ότι ο Πύρρος απάντησε σε κάποιον που τον συνεχάρει :  

«Εάν νικήσουμε σε άλλη μια μάχη τους Ρωμαίους, θα καταστραφούμε εντελώς» (ἂν ἔτι μίαν μάχην Ῥωμαίους νικήσωμεν, ἀπολούμεθα παντελῶς.)

Η μάχη αυτή μας έδωσε την έκφραση «Πύρρειος νίκη» που περιγράφει μια επιτυχία με αβάσταχτα μεγάλο κόστος. Κι αυτό γιατί έχασε μεγάλο μέρος των δυνάμεων που είχε φέρει στην Ιταλία και τους περισσότερους διοικητές του. Δεν μπορούσε να καλέσει περισσότερους άνδρες από το σπίτι και οι σύμμαχοί του στην Ιταλία γίνονταν αδιάφοροι. Οι Ρωμαίοι, αντίθετα, μπορούσαν να αναπληρώσουν γρήγορα τις δυνάμεις τους.

Συνειδητοποιώντας ότι δεν μπορούσε να κερδίσει έναν πόλεμο κατά των Ρωμαίων, ο Πύρρος δέχτηκε ένα αίτημα από τις ελληνικές πόλεις-κράτη της ανατολικής και νότιας Σικελίας να τις βοηθήσει εναντίον των Καρχηδονίων στη δυτική Σικελία. Πήγε στη Σικελία και έκανε εκστρατεία εκεί για τρία χρόνια. Οι σύμμαχοί του στη νότια Ιταλία στεναχωρήθηκαν επειδή τους εγκατέλειψε. Κατέλαβε όλες τις Καρχηδονικές επικράτειες στη Σικελία εκτός από το προπύργιο του Λιλυβαίου. 

Η πολιορκία αυτής της πόλης ήταν ανεπιτυχής. Μετά από αυτό ήθελε να κατασκευάσει έναν μεγάλο στόλο για να εισβάλει στην πατρίδα της Καρχηδόνας στην Αφρική. Χρειαζόταν να επανδρώσει και να εξοπλίσει αυτά τα πλοία και για να το κάνει αυτό αντιμετώπιζε δεσποτικά τις ελληνικές πόλεις-κράτη. Αυτές οι πόλεις στράφηκαν τελικά εναντίον του. Αναγκάστηκε να επιστρέψει στη νότια Ιταλία. Πολέμησε τους Ρωμαίους στη Μάχη του Μπενεβέντουμ (275 π.Χ.) , όπου τελικά ηττήθηκε. Στη συνέχεια άφησε την Ιταλία και επέστρεψε στην Ήπειρο.

Η Ιταλική εισβολή, η ηρωική Ελληνική άμυνα στο Καλπάκι και την Πίνδο και η συντριβή των Ιταλικών Μεραρχιών.

Η εισβολή της Ιταλίας στην Ελλάδα, που ξεκίνησε με τα τμήματα του Βασιλικού Στρατού με έδρα την Αλβανία , ήταν ένα φιάσκο που χαρακτηρίστηκε...

Η Μάχη του Χαττίν: Ο Σαλαντίν εξολοθρεύει ολοκληρωτικά τους Σταυροφόρους της Ιερουσαλήμ και φέρνει το βασίλειο τους στα πρόθυρα του αφανισμού.

Η Μάχη του Χαττίν έλαβε χώρα στις 4 Ιουλίου 1187 κοντά στην Τιβεριάδα, ανάμεσα στο σταυροφορικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ και τις δυνάμεις των Αγιουμπιδών...