Η κατάκτηση της Αιγύπτου απο τον Αλέξανδρο: H στέψη του ώς Φαραώ, η επισκεψή του στο μαντείο του Άμμωνος και η ίδρυση της Αλεξάνδρειας

Η κατάκτηση της Αιγύπτου

Η κατάκτηση της Αιγύπτου ήταν παλιό όνειρο των Ελλήνων. Ηδη απο τον 7ο αι. π.Χ., πολλοι Έλληνες της Ιωνίας είχαν υπηρετήσει ως μισθοφόροι στούς φαραώ, και την εποχή του φαραώ Ψαμμητίχου Α΄ είχε ιδρυθεί στο Δέλτα του Νείλου, η ελληνική αποικία Ναύκρατις, που σημείωσε αξιόλογη εμπορική ανάπτυξη. Οι Αθηναίοι είχαν επίσης κατανοήσει τη μεγάλη σημασία που είχε η Αίγυπτος για το εμπόριο και για την παραγωγή σιταριού. Ο Ισοκράτης είχε και εκείνος στρέψει το βλέμμα του προς την Αίγυπτο. 

Eλληνικὴ πολιτιστική ζωή υπήρχε και πρίν απὸ την άφιξη του Αλεξάνδρου, όπως μαρτυρούν δύο πάπυροι που έχουν βρεθεί εκεί και χρονολογούνται απο την εποχή του Αλεξάνδρου. Στη Μέμφιδα, μάλιστα, υπήρχε και ελληνικὴ κοινότητα, οι Ελληνομεμφίτες. Στην ίδια πόλη, όπως και στη Ναύκρατη, υπήρχε επίσης το «Ελλήνιον», ένα είδος «συλλόγου» για την κοινή ελληνική θρησκευτική λατρεία και ζωή. Ετσι ο Αλέξανδρος υπήρξε ο εκλεκτός της ιστορίας που πραγματοποίησε τον προαιώνιο πόθο των Ελλήνων να γίνουν κύριοι της χώρας του Νείλου.

Μετά την κατάκτηση της Τύρου, του τελευταίου μεγάλου λιμανιού που κατείχαν οι Πέρσες στη Φοινίκη, δεν ήταν δύσκολη επιχείρηση η κατάκτηση της Αιγύπτου, όπου ο περσικὸς ζυγὸς είχε γίνει αφόρητος και το αντιπερσικὸ φρόνημα ήταν εντονώτατο. Ο Μαζάκης, ο νέος Πέρσης σατράπης, που ο Δαρείος είχε τοποθετήσει στήν Αίγυπτο, με τον λίγο στρατό του δεν ήταν σε θέση να αντισταθεί στον Αλέξανδρο. Επὶ πλέον ούτε τύπος αγωνιστικός ήταν ούτε και ιδιαίτερα πιστός στον βασιλιά του. Είχε, εξάλλου, πληροφορηθεί πως ο Δαρείος, μετά τη μάχη της Ισσού, είχε τραπεί σε φυγή. Γι’ αυτό δέχθηκε φιλικά τον Αλέξανδρο στὴ χώρα του.

Μέ την κατάκτηση της Αιγύπτου η αυτοκρατορία του Αλέξανδρου έφτανε απο τα Βαλκάνια στη Συρία και μέχρι την Κυρηναϊκή

Ο Αλέξανδρος βρέθηκε στην Αίγυπτο τον Νοέμβριο του 332 π.Χ., αφού διάβηκε μέσα σε επτά μέρες την έρημο του Σινά. Έφτασε πρώτα στο Πηλούσιο, το συνοριακό φρούριο της Αιγύπτου στον ανατολικό βραχίονα του Νείλου, όπου βρισκόταν ήδη ο στόλος του, που τον είχε διατάξει να παραπλεύσει τη Φοινίκη και να κατευθυνθεί προς τὴν Αίγυπτο. Ο νεαρὸς βασιλιάς, αφού τοποθέτησε φρουρὰ στο Πηλούσιο και έδωσε εντολὴ στον στόλο του να πλεύσει προς τον Νείλο, για να συναντηθεί μαζί του στη Μέμφιδα, ξεκίνησε και ο ίδιος προς τα εκεί. Κατά τη διαδρομή οι Αιγύπτιοι τον υποδέχονταν με επικεφαλής το ιερατείο τους που, μετά την κατάλυση της τελευταίας δυναστείας των φαραώ, «είχε αναλάβει εθναρχικές αρμοδιότητες» υπο τους Πέρσες κατακτητές. 

Στο πρόσωπο του Αλεξάνδρου έβλεπαν τον ελευθερωτή της χώρας απὸ τον περσικό ζυγό. Ο Αλέξανδρος διέσχισε τον δρόμο της ερήμου έχοντας στα δεξιά του τον Νείλο και έφτασε στην Ηλιούπολη. Απο εκεί πέρασε τον ποταμό και βγήκε απέναντι στη Μέμφιδα, την αρχαία πρωτεύουσα της Αιγύπτου, όπου ο σατράπης Μαζάκης του παρέδωσε την πόλη και 800 τάλαντα. Ο νεαρός στρατηλάτης φέρθηκε με εξαίρετη πολιτικότητα. Και στην πόλη αυτή, όπως και αλλού αργότερα, έγινε πανηγυρικὴ είσοδός του, με εκδηλώσεις σεβασμού και άλλες τιμές. Θυσίασε και στους άλλους Αιγυπτίους θεούς καθώς και στον ιερό ταύρο Απι. Αντίθετα, ο Πέρσης βασιλιάς Καμβύσης και ο ᾿Αρταξέρξης Γ΄ ο Ωχος, όταν κυρίευσαν τη Μέμφι, σκότωσαν τον ιερό ταύρο, και η ανίερη αυτή πράξη τους ξεσήκωσε τον θρησκευτικό φανατισμό των Αιγυπτίων εναντίον των Περσών. 

Διαβάστε Επίσης: Η Μάχη του Γρανικού: Η Πρώτη Μεγάλη Νίκη του Αλεξάνδρου επί των Περσών.

Άγαλμα του Αλεξάνδρου ως Φαραώ

Έτσι δέχθηκαν με μεγάλη χαρά τον Αλέξανδρο και τον στρατό του. Οί Αιγύπτιοι ιερείς, ενθουσιασμένοι απο τον σεβασμό που έδειξε ο Αλέξανδρος πρός τη θρησκεία τους, έσπευσαν να τον χρήσουν φαραώ της χώρας και να του φορέσουν στο κεφάλι το «ψέντ» (το διπλό στέμμα της Αιγύπτου, που συμβόλιζε την κυριαρχία στην Άνω και στην Κάτω Αίγυπτο). Κατά τη μαρτυρία ιερογλυφικών κειμένων της Αιγύπτου, ο Αλέξανδρος ονομάστηκε «Ωρος», «αγαπητός του Άμμωνος και εκλεκτός του Ρά» και «Γιὸς του Ρά», παίρνοντας έτσι ορισμένους απο τους παραδοσιακούς βασιλικούς τίτλους. Απο τη στιγμή εκείνη όλοι οι Αιγύπτιοι του όφειλαν απόλυτη υπακοή. 

Για να συγκινήσει ακόμη περισσότερο και τις ανώτερες τάξεις, αλλά και τον απλό λαό, έδωσε εντολὴ να αναστηλωθεί το ιερὸ του φαραὼ Τουθμώσιος Γ΄ στο Καρνάκ και του Αμενόφιος Γ΄ στο Λούξορ. Όπως σημειώνει νεώτερος ιστορικός, «Η ανακήρυξη του Αλεξάνδρου ώς φαραώ είχε πολύ βαθιά σημασία. Η χώρα δέν ήταν πιά σατραπεία της περσικής αυτοκρατορίας, αλλά αποκτούσε πάλι την ανεξαρτησία της, ώς βασίλειο ενωμένο με τη Μακεδονία και την Ασία στο πρόσωπο ενός ηγεμόνος».

Ο Αλέξανδρος, όμως, δὲν ξεχνούσε και την ελληνική του καταγωγή· ώς πραγματικός απόστολος του ελληνικού πολιτισμού, ήθελε να διδάξει τον ελληνικό τρόπο ζωής στους ντόπιους. Γι’ αυτό μάλιστα τον σκοπό έφερε τους «δοκιμωτάτους τεχνίτας» (καλλιτέχνες) από την Ελλάδα.

Η οριστική απελευθέρωση του Αιγαίου απο τους Πέρσες

Απο το Μέμφις ο Αλέξανδρος επιβίβασε στα πλοία του τους υπασπιστες, τη βασιλική ίλη των εταίρων, τους Αγριάνες και τους τοξότες και έπλευσε πρός τις εκβολές του Νείλου, ως την περιοχή της λίμνης Μαρεώτιδος και της Κανώπου. Εκεί ήρθε να τον συναντήσει ο αρχηγός του μακεδονικού στόλου του Αιγαίου Ηγέλοχος, φέρνοντας την ευχάριστη είδηση της οριστικής απελευθέρωσης των νησιών του Αιγαίου απο τον περσικό ζυγό. Η ήττα του Δαρείου στην Ισσό και η λιποταξία των φοινικικών και των κυπριακών πλοίων, κατά το διάστημα που πολιορκούσε ο Αλέξανδρος την Τύρο, είχαν προκαλέσει την οριστική διάλυση του περσικού στόλου. 

Οί αιμάλωτοι τύραννοι των νησιωτικών πόλεων οδηγήθηκαν από τον Ηγέλοχο στην Αίγυπτο. Ο Αλέξανδρος τους έστειλε πίσω στις πόλεις τους, για να δικαστούν απο τις αρχές της πατρίδας τους. Τούς Χίους όμως, που είχαν συλληφθεί με τον Απολλωνίδη, τους έστειλε με ισχυρή φρουρά στήν Ελεφαντίνη, τη νοτιότερη πόλη τής Αιγύπτου, πέρα από τόν πρώτο καταρράκτη του Νείλου.

Επίσκεψη του Αλέξανδρου στο μαντείο του Άμμωνος.

Όπως σημειώνει ο Αρριανός ο Αλέξανδρος θέλησε να ταξιδέψει στο Μαντείο του Άμμωνος για να πάρει χρησμό απο τον θεό, επειδή υπήρχε η φήμη πως το μαντείο του ήταν αλάνθαστο. Πραγματικά, με μια μικρή συνοδεία ξεκίνησε για τα βάθη της δυτικής ερήμου, όπου βρισκόταν το μαντείο του Άμμωνος, στην όαση Σίβα. Το μαντείο αυτό πού, κατά την παράδοση, το είχαν επισκεφθεί και ο Ἡρακλής και ο Περσέας, ήταν γνωστό στούς Έλληνες και επί αιώνες το θεωρούσαν έξ ίσου περίφημο με το μαντείο των Δελφών και της Δωδώνης. Οι Αθηναίοι είχαν καθιερώσει λατρεία στόν Άμμωνα γύρω στήν τρίτη δεκαετία του 4ου αι., πρίν απο το 371/70 π.Χ., και είχαν ιδρύσει ναό πρός τιμήν του πρίν από το 333 π.Χ.

Το πρώτο μέρος της πορείας κατά μήκος της αιγυπτιακής παραλίας 1.600 στάδια, κατά τον Αριστόβουλο, δέν παρουσίασε σοβαρές δυσκολίες. Φθάνοντας όμως στὸ Παραιτόνιο η μικρή ακολουθία στράφηκε πρός τα νοτιοδυτικά, πρός τα μεσόγεια, και μπήκε στην έρημο της Λιβύης. Στη μέση της διαδρομής, κατά τον Διόδωρο, η στη λίμνη Μαρεώτιδα, κατά τον Κούρτιο Ρούφο, ή μικρή συνοδεία του Αλεξάνδρου συναντήθηκε με πρέσβεις από τήν Κυρήνη, που ήρθαν να του εκδηλώσουν τον σεβασμὸ της πόλης τους, φέρνοντάς του στεφάνι και πολύτιμα δώρα και τον κάλεσαν να επισκεφτεί την Κυρήνη και τις ανεξάρτητες πόλεις της. Ο Αλέξανδρος έκλεισε τότε «φιλία και συμμαχία» με τους Κυρηναίους, γεγονός που μεγάλωσε τη σφαίρα επιρροής του πρός τα δυτικά, ώς τα σύνορα της καρχηδονιακής επικρατείας.

Διαβάστε Επίσης: Η Μάχη της Ισσού: Ο θρίαμβος του Αλεξάνδρου που του άνοιξε τις πύλες για τη Συρία και η πανωλεθρία του Δαρείου.

Ἡ πορεία μέσα στήν έρημο ήταν τρομερή. Ὁ Αλέξανδρος και οι συνοδοί του υπέφεραν πολύ μέχρι τη στιγμή που έπεσε άφθονη βροχή, γεγονός που θεωρήθηκε σημείο θεϊκής εύνοιας. Στους θεούς επίσης αποδόθηκε, σύμφωνα με τη διήγηση του Αρριανού, και ένα άλλο φαινόμενο. Κατά την πορεία τους στήν έρημο σηκώθηκε νότιος άνεμος, που στροβίλιζε την άμμο και εξαφάνιζε τα σημεία που θα αναγνώριζε ο οδηγός, για να τους δείχνει τη σωστή κατεύθυνση. Ετσι κανένα μέσο προσανατολισμού δεν είχαν και οι στρατιώτες του Αλεξάνδου γύριζαν χαμένοι ανάμεσα στούς μετακινούμενους αμμολόφους. 

Ο Πτολεμαίος ο Λάγου ιστορεί και τη διήγησή του περιλαμβάνει ο Αρριανὸς, πως ακριβώς σ᾿ αυτή τη δύσκολη φάση του ταξιδιού δύο φίδια με φωνὴ ανθρώπινη μπήκαν μπροστά στη συνοδεία και πως ο Αλέξανδρος, δείχνοντας εμπιστοσύνη στή θεϊκή καθοδήγηση, διέταξε τους οδηγούς να τα ακολουθήσουν. Τα δύο αυτά φίδια χρησίμευσαν ως οδηγοί για να φτάσουν ο Αλέξανδρος και η συνοδεία του στο Αμμώνειο και για να επιστρέψουν. Ο Αριστόβουλος, και οι περισσότεροι άλλοι αρχαίοι ιστορικοί, στη θέση των φιδιών, αναφέρουν δύο κόρακες.

Ο χώρος όπου βρισκόταν το ιερό του Άμμωνος (γύρω στα 50 στάδια πλάτος και μήκος) αν και περιβαλλόταν απο την έρημο, ήταν, κατά τον Αρριανό, γεμάτος ήμερα δέντρα, ελιές και φοινικιὲς. Και μια πηγή υπήρχε εκεί («Ἡλίου Κρήνην» την ονομάζει ο Διόδωρος), που το νερό της άλλαζε θερμοκρασία στο διάστημα της μέρας και της νύχτας. Υπήρχε και ορυκτό αλάτι, που τους κρυστάλλους του έφεραν οι ιερείς του Αμμωνος στην Αίγυπτο ως δώρο στον βασιλιά και σε άλλους. Εκεί ο Αλέξανδρος θαύμασε τον χώρο και ζήτησε χρησμό απο τον θεό.

Ο Διόδωρος δίνει λεπτομερειακή περιγραφή του χώρου όπου βρισκόταν το ιερό. Γύρω απο την ακρόπολη κατοικούσαν οι Αμμώνιοι σε διάφορα χωριά. Ἡ ίδια η ακρόπολη ήταν οχυρωμένη με τριπλά τείχη. Στόν πρώτο περίβολό της ήταν τα ανάκτορα των «αρχαίων δυναστών» της˙ στον δεύτερο ο γυναικωνίτης,  τα φυλακτήρια των τόπων και η ιερή κρήνη, που στα νερά της εξαγνίζονταν όσα επρόκειτο να προσφερθούν στον θεό. Στον τρίτο, τέλος, περίβολο υπήρχαν τα καταλύματα και τα «φυλακτήρια» της φρουράς του βασιλιά. 

Το άγαλμα του θεού, που ήταν στολισμένο με σμαράγδια και άλλους πολύτιμους λίθους, χρησμοδοτούσε με έναν τελείως ξεχωριστό τρόπο. Περιφερόταν πάνω σε ένα χρυσό καράβι στους ώμους ογδόντα ιερέων, οι οποίοι ακολουθούσαν την πορεία που τους έδειχνε το νεύμα του θεού. Το συνόδευαν ένα πλήθος απο παρθένους και γυναίκες ποὺ έψαλλαν παιάνες σε όλη την πορεία, υμνώντας τον θεό με την πατροπαράδοτη ωδή. Λεπτομέρειες για τον χρησμό που δόθηκε στον Αλέξανδρο προσφέρει ο Πλούταρχος: ο προφήτης του Άμμωνος χαιρέτησε τον Αλέξανδρο προσαγορεύοντάς τον με έναν παράξενο τρόπο : «ἀπὸ τοῦ θεοῦ χαίρειν, ὡς ἀπὸ πατρός». 

Η Οαση του Σίβα σήμερα

Ο χαιρετισμός αυτός ήταν απαραίτητος για ενα φαραώ, όπως ήταν ήδη ο Αλέξανδρος. Ο νεαρός στρατηλάτης ρώτησε άν είχαν διαφύγει οι φονιάδες του πατέρα του. Και ο προφήτης του αποκρίθηκε πως ο πατέρας του δὲν ήταν θνητός. Τότε, ο Αλέξανδρος άλλαξε το ερώτημα και ζήτησε συγκεκριμένα να μάθει άν είχαν τιμωρηθέι όλοι οι φονιάδες του Φιλίππου. Ύστερα, ρώτησε για το μέλλον του, άν ήταν δηλαδὴ προορισμένος να κυριαρχήσει στον κόσμο. Ο ιερέας του αποκρίθηκε καταφατικά και τον διαβεβαίωσε πως είχε ήδη πάρει εκδίκηση για τη δολοφονία του Φιλίππου. Ο Αλέξανδρος, ευχαριστημένος απο τον χρησμό, προσέφερε λαμπρά αναθήματα στον θεό και χρήματα στούς ιερείς. 

Οσα στοιχεία δίνουν οι αρχαίες πηγὲς γιὰ το Αμμώνειο και την επίσκεψη του Αλεξάνδρου εκεί δεν είναι σαφή και έχουν γι’ αυτὸ προκαλέσει πλήθος συζητήσεων και αλληλοσυγκρουομένων απόψεων στους νεότερους ιστορικούς. Δηλαδή το πώς οι ιερείς χαιρέτησαν τόν Αλέξανδρο ώς γιό του θεού, πρίν μπεί στόν ναό, αλλά και πώς ο χρησμός δόθηκε, όταν ο Αλέξανδρος βρέθηκε μόνος μέσα με τους ιερείς και κανείς δεν άκουσε τι ειπώθηκε. Ούτε ό Αλέξανδρος είπε ποτέ καθαρά σε κανέναν τι χρησμός του είχε δοθεί. 

Οι περισσότεροι ιστορικοί πιστεύουν πώς ο νεαρός βασιλιάς έφτασε ως το μαντείο του Άμμωνος για να πάρει χρησμό για το μέλλον του, που ήταν, άλλωστε, συνυφασμένο με το μέλλον της εκστρατείας. Το ίδιο είχε κάνει και ο Ξενοφών, αλλά και ο ίδιος ο Αλέξανδρος περνώντας από τους Δελφούς. Μερικοί σύγχρονοι ιστορικοί έχουν υιοθετήσει την άποψη οτι σκοπός της επίσκεψής του Αλεξάνδρου, όταν πήγε στην όαση Σίβα, στο Αμμώνειο, ήταν να ρωτήσει το μαντείο που να ιδρύσει τη νέα πόλη πού σκόπευε να χτίσει στήν Αίγυπτο και στην οποία λογάριαζε να δώσει το όνομά του (η ίδρυση πόλεων είχε θρησκευτικό χαρακτήρα γιά τους αρχαίους Έλληνες). 

Αν κανείς δεχθεί την άποψη αυτή, η ίδρυση της Αλεξανδρείας πρέπει να θεωρηθεί ότι έγινε μετά την επιστροφή του Αλεξάνδρου απο την όαση Σίβα και όχι, όπως αναφέρει ο Αρριανός (με βάση τις μαρτυρίες του Πτολεμαίου), πρίν απο την επίσκεψη του στο μαντείο του Αμμωνος. Τότε, μετά την επιστροφή δηλαδή απο το Αμμώνειο, τοποθετούν την ίδρυση της πόλης ο Διόδωρος και ο Κούρτιος Ρούφος. Επομένως θα πρέπει να αναθεωρηθεί και η πορεία της επιστροφής του Αλεξάνδρου απο το μαντείο. 

Διαβάστε Επίσης: Πολιορκία της Τύρου (332 π.Χ.): Η σπουδαιότερη πολιορκητική επιχείρηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Οι νεώτεροι ιστορικοί, με βάση τη μαρτυρία του Πτολεμαίου, που την αναφέρει ο Αρριανός, πίστευαν πως ο νεαρος βασιλιάς και η ακολουθία του επέστρεψαν στην Αίγυπτο από άλλη οδό, διασχίζοντας την έρημο που συνέδεε απευθείας το Αμμώνειο με το Μέμφις. Σήμερα φαίνεται σχεδόν βέβαιο ότι ο Αλέξανδρος ακολούθησε στην επιστροφή του τον ίδιο δρόμο απο τον οποίο ειχε έρθει, δηλαδή ξαναπέρασε από το Παραιτόνιο και την παραλιακή έρημο για να φτάσει στην περιοχή της Ρακώτιδος και της νησίδος Φάρου, όπου είχς σκοπό να ιδρύσει τη νέα του πόλη.

 Η ίδρυση της Αλεξάνδρειας

Από τις πρώτες μέρες της κατάκτησης της Αιγύπτου η μεγαλοφυΐα του Αλεξάνδρου συνέλαβε την αναγκαιότητα της ίδρυσης μιάς ισχυρής παραλιακής πόλης στο Δέλτα του Νείλου, ώστε να δημιουργηθεί μια διέξοδος για το κλειστό οικονομικό δίκτυο των μεσογειακών πόλεων του ποταμού. Ταυτοχρόνως ήθελε να κάνει τη νέα πόλη αρκετά ισχυρή, ώστε να καταλάβει τη θέση που είχε άλλοτε στην ανατολική Μεσόγειο η νικημένη Τύρος. Πίστευε ακόμη πως η απέραντη χώρα της Αιγύπτου είχε ανάγκη ενός μεγάλου λιμανιού, που θα γινόταν παράλληλα και εστία του ελληνικού πολιτισμού.

Με θαυμαστό ένστικτο ο Αλέξανδρος επέλεξε τη θέση της νέας πόλης, στήν οποία χάρισε το όνομά του. Κατά την πορεία του πρός την όαση Σίβα, θα είχε κάνει εντύπωση στόν Αλέξανδρο η παραλιακή περιοχή ανάμεσα στη λίμνη Μαρεώτιδα και στη νησίδα Φάρο. Το μαντείο, που το συμβουλεύθηκε σύμφωνα με τα πανάρχαια ελληνικά έθιμα για το που έπρεπε να ιδρύσει τη νέα πόλη, του υπέδειξε, φαίνεται, την ίδια περιοχή.

Επιστρέφοντας απο το Αμμώνειο στην παραλία της Ρακώτιδος ο νεαρός βασιλιάς καθόρισε την ακριβή θέση της Αλεξάνδρειας και προχώρησε στη μελέτη των προκαταρκτικών πολεοδομικών σχεδίων. Ο ίδιος προσδιόρισε να υπάρχει Αγορά, ιερά των ελληνικών θεών και της Αιγυπτίας Ισιδος και τείχος ολόγυρα. Πρίν αρχίσει οποιαδήποτε εργασία, έκανε θυσία και κατά την παράδοση, θέλησε να ορίσει ο ίδιος στους αρχιτέκτονες την έκταση των τειχών, τον χώρο δηλαδὴ που θα καταλάμβανε η πόλη. 

Για να το πραγματοποιήσει αυτό, οι στρατιώτες του έφεραν «άλφιτα», που τα έριχναν στη γή, σημαδεύοντας τα όρια της πόλης. Τη μελέτη των σχεδίων της Αλεξάνδρειας ανέλαβε ο Ρόδιος πολεοδόμος Δεινοκράτης. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης δίνει όλες τις λεπτομέρειες τις σχετικές με την ίδρυση της νέας πόλης, που σε ένα ιερογλυφικό κείμενο του 311 π.Χ. ήδη περιγράφεται ως «η οχυρή πόλη του βασιλέως της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου, του αγαπητου του Αμμωνος και εκλεκτού του Ρά, του γιού του Ρά, του Αλεξάνδρου, στην ακτή της μεγάλης θάλασσας των Ιώνων.

Παρόλες τις αντιρρήσεις που έχουν εκφράσει νεότεροι ιστορικοί για τον υπερτονισμό της σημασίας της, η ίδρυση της Αλεξανδρείας, που χρονολογείται στο έτος 331 π.Χ., αποτέλεσε σπουδαίο εκπολιτιστικό έργο, γιατί σε λίγο καιρό η νέα πόλη εξελίχθηκε σε αξιοσημείωτη εστία ελληνικού πολιτισμού. Ο Wilcken μάλιστα υποστηρίζει πως η ίδρυση της Αλεξάνδρειας στάθηκε η μεγαλύτερη συμβολή του Αλεξάνδρου στην προσπάθεια σύνδεσης της Αιγύπτου με τον ελληνικό κόσμο. Η επιτυχία των πολιτικών, οικονομικών και πολιτιστικών στόχων του Αλεξάνδρου αποδεικνύεται από τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε η νέα πόλη απο την επομένη της ιδρύσεώς της ώς την εποχή μας. 

Η Αλεξάνδρεια, που την κατοίκησαν απο την αρχή όχι μόνο Έλληνες, αλλά και διάφοροι άλλοι ξένοι καθώς και ντόπιοι αιγύπτιοι (με την άδεια του Αλεξάνδρου εγκαταστάθηκε εκεί και εβραϊκή κοινότητα), αναπτύχθηκε γρήγορα στο σπουδαιότερο κέντρο της χώρας του Νείλου και αργότερα εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της Μεσογείου.

Επιστροφή του Αλέξανδρου στο Μέμφις και η διοικητική οργάνωση της Αιγύπτου

Από το Δέλτα του Νείλου ο Αλέξανδρος επέστρεψε στο Μέμφις, όπου, κατά πληροφορία του Αρριανού, έφτασαν πολλὲς πρεσβείες απο την Ελλάδα για να τον συναντήσουν. Ο Αλέξανδρος φρόντισε να ικανοποιήσει όλα τα αιτήματά τους. Ταυτοχρόνως, έφτασαν στο Μέμφις και νέες στρατιωτικές ενισχύσεις που του έστελνε ο Αντίπατρος: 400 Ελληνες μισθοφόροι υπό τον Μενίδα και 500 ιππείς απο τη Θράκη υπο τον Ασκληπιόδωρο. Στην πόλη αυτή έκανε πάλι πομπή με όλη τη στρατιά σε πλήρη εξάρτυση, όπως και αγώνες και θυσίες στον Δία.  

Έν τω μεταξύ διαδόθηκε στην Ελλάδα η είδηση για την απόκριση του θεού Αμμωνος στο μαντείο της Σίβα. Η εντύπωση που δημιουργήθηκε ήταν εκπληκτική. Σε λίγο, πρέσβεις απο την Ιωνία έφτασαν στην Αίγυπτο, για να του αναγγείλουν πως το μαντείο των Βραγχιδών, στα Δίδυμα της Μιλήτου, και η Σίβυλλα των Ερυθρών χαρακτήρισαν τον Αλέξανδρο ως «γιό του Διός». Αποτελεί πρόβλημα για τους νεώτερους ιστορικούς η ταχύτητα με την οποία είχε διαδοθεί η είδηση η σχετική με τον χρησμό που είχε λάβει ο Αλέξανδρος στο Αμμώνειο. Παραγνωρίζεται όμως το γεγονὸς ότι ο βασιλιάς έστελνε επιστολές στη μητέρα του, στον Αντίπατρο και σε άλλους, που αναφέρονται απο τις αρχαίες πηγές. 

Με τον τρόπο αυτο κυκλοφορούσαν ευκολα και γρήγορα οι ειδήσεις. Εξάλλου, οι Έλληνες των πόλεων της Μικράς Ασίας αγαπούσαν πραγματικὰ τὸν Αλέξανδρο και τους συγκινούσε ιδιαίτερα η κάθε καλή είδηση που μάθαιναν σχετικά με το πρόσωπό του. Αμφιβολίες επίσης διατυπώνονται απο τους νεώτερους ιστορικούς και σχετικά με την ακρίβεια μιάς άλλης πληροφορίας των αρχαίων πηγών, ότι ο Αλέξανδρος οργάνωσε επιστημονικὴ αποστολή γιά την εξακρίβωση των αιτίων των ετησίων πλημμυρών του Νείλου. Ο Αριστοτέλης γνώριζε ήδη το θέμα, για το οποίο και γράφει στο βιβλίο του «Περὶ τῆς Νείλου ἀναβάσεως», που σήμερα πια θεωρείται αναμφισβήτητα δικό του έργο.  

Ο Αλέξανδρος, πρίν εγκαταλείψει την Αίγυπτο, φρόντισε να οργανώσει την πολιτική, την οικονομικὴ και τη στρατιωτική διοίκηση της χώρας. Η φύση και η οχυρότητα της Αιγύπτου του είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση. Γι’ αυτό, λέγεται, οτι δεν θέλησε να εμπιστευθεί σε ενα άτομο την αρχή όλης της χώρας και την κατένειμε σὲ πολλὰ πρόσωπα. Πρώτα διαχώρισε τις εξουσίες — πολιτική, οικονομική και στρατιωτικὴ — όπως είχε ήδη κάνει και σε άλλες περιοχές.

Διαβάστε Επίσης: Μάχη των Γαυγαμήλων: Η πιό αποφασιστική μάχη του Αλεξάνδρου και η ήττα της Περσικής Αυτοκρατορίας.

Την πολιτική διοίκηση εμπιστεύθηκε σε δύο Αιγυπτίους νομάρχες, τον Δολόασπιν, για την Ανω Αίγυπτο και τον Πέτισιν, για την Κάτω· ο Πέτισις όμως δέν δέχθηκε και έτσι ανέλαβε ολόκληρη τη διοίκηση ο Δολόασπις. Ώρισε επίσης και τους άρχοντες των δύο συνοριακών περιοχών: της «προσχώρου» Λιβύης στα δυτικά τόν Απολλώνιο καὶ της Αραβίας στα ανατολικά τον Ναυκρατίτη Κλεομένη. Ο τελευταίος αυτός διορίστηκε και ανώτατος οικονομικός άρχοντας της χώρας. Αργότερα μάλιστα, μετα τον θάνατο του Δολοάσπιδος, φαίνεται ότι ο Αλέξανδρος, που τότε βρισκόταν στην Ασία, του ανέθεσε τη γενικὴ διοίκηση ολόκληρης της χώρας.

Τη στρατιωτικὴ διοίκηση της Αιγύπτου την εμπιστεύθηκε ο Αλέξανδρος στοὺς Μακεδόνες. Αφησε μια μικρή μακεδονικὴ στρατιωτικὴ μονάδα κατοχής με δύο διοικητές : στη Μέμφιδα τη μία υπο τον Πανταλέοντα τον Πυδναίο, και στο Πηλούσιο την άλλη υπο τον Πολέμωνα, γιό του Μεγακλέους, απο την Πέλλα. Αρχηγὸ των μισθοφόρων όρισε τον Λυκίδα τον Αιτωλό και γραμματέα τους τὸν έταιρο Εύγνωστο. Θα τους επέβλεπαν ο Αισχύλος και ο Εφιππος ο Χαλκιδεύς. Στρατηγοὺς στὴ στρατιὰ της Αιγύπτου άφησε τον Πευκέστα και τον Βάλακρο, γιὸ του Αμύντα και ναύαρχο τον Πολέμωνα.

Η κατάκτηση της Αιγύπτου αποτελεί ένα απο τα σημαντικότερα ορόσημα της εκστρατείας του Αλεξάνδρου. Η απόφαση όμως του νεαρού βασιλιά να συνεχίσει τον αγώνα τον έκανε να αφήσει την Αίγυπτο και με τον στρατό του να βαδίσει προς το εσωτερικό της Ασίας για να αντιμετωπίσει τον Δαρείο για τελευταία φορά.

Βιβλιογραφία

John Warry – Alexander 334-323 BC Conquest of the Persian Empire
Diodorus Siculus (90–30 BC). Bibliotheca Historica.
Arrian (AD 86–146). Anabasis Alexandri.

Διαβάστε Επίσης: Ο Αλέξανδρος Βασιλιάς της Ασίας: H θριαμβευτική είσοδος του στην Βαβυλώνα και η κατάληψη των Σουσών

Η εκστρατεία του Γκουανταλκανάλ: Οι Αμερικανοί απωθούν την Ιαπωνική Αυτοκρατορία απο τα νησιά του Σολομώντα σηματοδοτώντας ένα σημείο καμπής στο Μέτωπο του Ειρηνικού. 

Μάχη του Γκουανταλκανάλ Η Μάχη του Γκουανταλκανάλ, (Αύγουστος 1942 – Φεβρουάριος 1943), ήταν μια σειρά από χερσαίες και θαλάσσιες συγκρούσεις του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μεταξύ...

Αρχαία Αίγυπτος: Το Παλαιό Βασίλειο και η Χρυσή εποχή των Πυραμίδων.

Στην αρχαία αιγυπτιακή ιστορία, το Παλαιό Βασίλειο είναι η περίοδος που εκτείνεται γύρω στο 2700–2200 π.Χ. Είναι επίσης γνωστή ως "Εποχή των Πυραμίδων" καθώς...