Ο πόλεμος του Αλή Πασά εναντίον των Σουλιωτών. Από το Κούγκι εώς τον Ζάλογγο και την καταστροφή του Σουλίου.

Οι Σουλιώτες ήταν κοινότητα Ορθόδοξων Χριστιανικών γενών, που κατοικούσε στην ιστορική περιοχή του Σουλίου στην Ήπειρο, κατά την Τουρκοκρατία. Ο πόλεμος μεταξύ των πολεμικών κοινοτήτων των Σουλιωτών στην Ήπειρο και του τοπικού Οθωμανού ηγεμόνα, Αλή Πασά , το 1803, ήταν ο τελευταίος από μια σειρά συγκρούσεων, γνωστών ως Σουλιωτοί Πόλεμοι, που οδήγησαν τελικά στη συνθηκολόγηση και εκδίωξη των Σουλιωτών.

Κατά τη διάρκεια της 500χρονης βασιλείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας , οι σκληροί Σουλιώτες απολάμβαναν ένα αυτόνομο καθεστώς, γνωστό ως Σουλιώτικη Συμπολιτεία . Η Συμπολιτεία ιδρύθηκε τον 16ο αιώνα, στα βουνά της Θεσπρωτίας, κοντά στις πόλεις της Παραμυθιάς και της Πάργας. Οι Σουλιώτες ίδρυσαν μια αυτόνομη συνομοσπονδία κυριαρχώντας στα χωριά των απομακρυσμένων ορεινών περιοχών της Ηπείρου, όπου αντιστάθηκαν με επιτυχία στην Οθωμανική κυριαρχία. Στο απόγειο της ισχύος της, στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, η Σουλιώτικη Συμπολιτεία εκτιμάται ότι περιελάμβανε έως και 12.000 κατοίκους διασκορπισμένους σε περίπου 60 χωριά. 

Είναι ιδιαίτερα γνωστοί για την ένοπλη αντίσταση τους απέναντι στον Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος μετά από τρεις σκληρούς πολέμους κατάφερε να τους εκδιώξει από το Σούλι το 1803, οπότε και κατέφυγαν κυρίως στα Επτάνησα. Συμμετείχαν στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, με σπουδαίους ηγέτες όπως ο Μάρκος Μπότσαρης και ο Κίτσος Τζαβέλλας.

Οι επιθέσεις του Αλή Πασά εναντίον των Σουλιωτών – Κούγκι – Ζάλογγο (1800 – 1803)

Σε όλη τή διάρκεια των επιχειρήσεων του Αλή εναντίον των άλλοτε βενετικών κτήσεων στα ηπειρωτικά παράλια, ιδίως μάλιστα εναντίον της Πρέβεζας, οι Σουλιώτες έδειξαν μια αχαρακτήριστη αδράνεια, την οποία είχε εξαγοράσει ο Αλής με χρήματα (60 πουγγιά) που κατέβαλε στόν Γεώργιο Μπότσαρη. Τα χρήματα αυτά, που δέν θέλησε να τα μοιρασθεί ο Μπότσαρης με τους άλλους Σουλιώτες αρχηγούς, ήταν το μήλο της έριδος που έριξε ανάμεσά τους ο πανούργος Αλβανός δυνάστης, γιατί έσπειραν τη διχόνοια και έφεραν την καταστροφή τους. 

Εμπρός στην ασυγκράτητη οργή των συμπατριωτών του ο Μπότσαρης αναγκάστηκε με όλη τη φάρα του να καταφύγει στον Αλή, τον οποίο συμβούλευσε να πολιορκήσει στενά το Σούλι για να το καταλάβει. Τα ανταλλάγματα του Αλή θα ήταν ότι η φάρα του Μπότσαρη θα μπορούσε να εγκατασταθεί ειρηνικά στο Ραδοβίζι και στα Τζουμέρκα, και ο γαμπρός του Παλάσκας στο Κλινοβό και στο Μέτσοβο. Και στην περίπτωση αυτή ο Αλή πασάς αποδείχθηκε άριστος εφαρμοστής του αιώνιου διδάγματος της διπλωματίας «διαίρει και βασίλευε»· τους ξεχώρισε από τους συμπατριώτες τους και έτσι αποδυνάμωσε όλους τους Σουλιώτες.

Παράλληλα, τρομοκρατούσε τους Παργιανούς, ώστε να μην κινηθούν καθόλου και να μη σπεύσουν σε βοήθεια των Σουλιωτών, και προέβη σε στρατολογία Ελλήνων αρματολών εναντίον τους. Αφού λοιπόν έλαβε όλα αυτά τα μέτρα, άρχισε την προώθηση μεγάλων δυνάμεων πρός το Σούλι με σκοπό τη συστηματική πολιορκία του. Η θέση των υπερασπιστών ήταν απελπιστική και τον Ιούλιο του 1800 οι Σουλιώτες ικέτευσαν τους Κερκυραίους να τους βοηθήσουν όπως μπορούσαν, γιατί ο εχθρός είχε πλημμυρίσει τον τόπο τους. 

Ο Αλή Πασάς Τεπελενλής ήταν μουσουλμάνος Αλβανός στην καταγωγή πασάς των Ιωαννίνων που διαδραμάτισε για περισσότερα από 40 χρόνια σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Ηπείρου και όχι μόνο, από το 1788 όταν και διορίστηκε πασάς των Ιωαννίνων μέχρι τις αρχές της Ελληνικής Επανάστασης. Στο απόγειο της δόξας του κατείχε μια μεγάλη περιοχή του ελλαδικού χώρου και ανήκε στην τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για τον τρόπο με τον οποίο διοίκησε το πασαλίκι των Ιωαννίνων αλλά και για τον χαρακτήρα του, έμεινε γνωστός σαν Ασλάνι (λιοντάρι) των Ιωαννίνων. Διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στην ιστορία της Ηπείρου αλλά και ευρύτερα της Ελλάδας και της Αλβανίας στο μεταίχμιο μεταξύ του 18ουαιώνα και 19ου αιώνα. 

Ωστόσο οι πρώτες συγκρούσεις απέβησαν υπέρ των Σουλιωτών, οι οποίοι εμψυχώνονταν απο τα προηγούμενα παραδείγματα ηρωισμού των συμπατριωτών τους. Οι ήττες του Αλή πασά ενθάρρυναν τον νέο διοικητή του Δελβίνου Μουσταφά πασά, ο οποίος μαζί με τον Ιμπραήμ πασά του Βερατίου και της Αυλώνας, καθώς και άλλους μπέηδες της Τσαμουριάς του επιτέθηκαν και τον έφεραν σε δύσκολη θέση. Ο Αλής τότε φρόντισε να συνάψει ειρήνη με τους Σουλιώτες και να ξεσηκώσει τους μικρούς αγάδες εναντίον των ισχυρών Αλβανών. Ο σκληρός αυτός αγώνας, που διεξήχθηκε στα βουνά της Τσαμουριάς, έληξε κατά τα μέσα του 1802 με την επιβολή του Αλή, ο οποίος έγινε πια πανίσχυρος. Την εποχή ακριβώς αυτή ξανάρχισε τις επιχειρήσεις εναντίον των Σουλιωτών που ήταν οι πιό ατίθασοι απο τους αντιπάλους του, ορθώνονταν πάντοτε εμπρός του και εξευτέλιζαν το γόητρό του.

Στίς αρχές του 1803 η κατάσταση των Σουλιωτών επιδεινώθηκε. Ο Αλής είχε περισφίξει στενά το Σούλι και οι πολιορκημένοι υπέφεραν από έλλειψη τροφής και πολεμοφοδίων. Συγχρόνως ο πονηρός πασάς εκμεταλλεύθηκε τις εσωτερικές ερίδες των αντιπάλων του, για να διασπάσει την ενότητά τους. Έστειλε λοιπόν τον Κίτσο Μπότσαρη στο Σούλι με προτάσεις συνδιαλλαγής, υπό τον όρο να αντικαταστήσει αυτός τον Φώτο Τζαβέλα στήν αρχηγία. Ο Φώτος οργισμένος απο τις προτάσεις αυτές εγκατέλειψε το χωριό του. 

Αργότερα όμως δέχθηκε να συζητήση με τον Αλή νέους όρους συνδιαλλαγής. Προϋπόθεση των συζητήσεων με τους πολιορκημένους αυτή τη φορά ήταν ότι θα γινόταν ο Φώτος αρχηγός των Σουλιωτών. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής του Αλή ήταν να αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις και να απομακρυνθούν και οι δύο ικανοί πολέμαρχοι από το Σούλι. Με τη βοήθεια ενός Σουλιώτη προδότη, του Πήλιου Γούση, ο Αλής κατέλαβε τη στρατηγική θέση του χωριού Αβαρίκο και κύκλωσε τους Σουλιώτες. Μερικοί τότε κατέφυγαν στόν λόφο του Κούγκι, όπου βρίσκονταν πολλά γυναικόπαιδα απο την αρχή της πολιορκίας, και άλλοι στον λόφο της Μπίρας. 

Απο τις οχυρές αυτές θέσεις οι πολιορκημένοι απέκρουσαν με σθένος τις επιθέσεις των Αλβανών. Στον λόφο του Κούγκι είχε κατασκευάσει ο θρυλικός μοναχός Σαμουὴλ ένα μικρό φρούριο, από όπου αμύνονταν οι 400 περίπου υπερασπιστές του λόφου, ενώ η περισσότερο απόκρημνη Μπίρα αποτελούσε οχυρό απόρθητο για τους επιτιθέμενους. Την 1η Νοεμβρίου η θέση των Σουλιωτών ήταν τραγική. Ενα μήνα αργότερα, την 1η Δεκεμβρίου, ο αντιπρόσωπος της Ρωσίας στήν Επτάνησο Πολιτεία Μοτσενίγος έλαβε διαταγή από τον Ρώσο καγκελλάριο κόμη Βοροντσώφ να δαπανήσει όσα χρειάζονταν για τη διάσωση του Σουλίου. Ηταν όμως πιά πολύ αργά. 

Εξαντλημένοι από την πείνα, τις κακουχίες και από τις αρρώστιες, ορισμένοι άνδρες της φρουράς έκαναν γιουρούσι με τα γιαταγάνια στο χέρι, διέσπασαν τον κλοιό των πολιορκητών και σώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι, ύστερα από απελπισμένη άμυνα μερικών ημερών, παραδόθηκαν με τον όρο να αποσυρθούν με τα όπλα τους ελεύθεροι εκεί όπου θα επιθυμούσαν (12 Δεκεμβρίου 1803). Ο καλόγερος όμως Σαμουήλ, που με πέντε συντρόφους του είχαν μείνει τελευταίοι για να παραδώσουν την αποθήκη τροφίμων και πολεμοφοδίων του Κούγκι, έβαλε φωτιά και ανατινάχθηκε στόν αέρα μαζί με πολλούς άνδρες του Αλή πασά.

Ο Αλής, που θεώρησε μετά από το γεγονός αυτό τον εαυτό του αποδεσμευμένο απο τους όρους της συνθήκης, διέταξε επίθεση εναντίον των Σουλιωτών που έφευγαν πρός την Πάργα και το χωριό Ζάλογγο. Η ομάδα που κατευθυνόταν πρός την Πάργα κατάφερε πολεμώντας σκληρά να φτάσει στον προορισμό της, όμως οι 100 οικογένειες που είχαν καταφύγει στο Ζάλογγο αντιμετώπιζαν και πάλι τη μανία των Αλβανών του Αλή. Ένα σώμα υπό τον Κίτσο Μπότσαρη πέτυχε να διασπάσει τις γραμμές των πολιορκητών, οι υπόλοιποι όμως σκοτώθηκαν η αιχμαλωτίστηκαν. 

Είκοσι δύο γυναίκες και 6 άνδρες αυτοκτόνησαν πέφτοντας μαζί με τα παιδιά τους απο το ψηλότερο μέρος του βουνού στο βάραθρο. Κυνηγημένοι όσοι επέζησαν, αφού — κατά διαταγή του Αλή — δεν τους δέχθηκαν οι Παργιανοί και έτσι πέρασαν απέναντι στην Κέρκυρα με το πένθος στίς ψυχές τους για τους νεκρούς, για τους σκλάβους συγγενείς τους και γιά τη χαμένη πατρίδα τους. 

Επίθεση του Αλή εναντίον των Μποτσαραίων στην περιοχή του Ραδοβιζίου- Μονής του Σέλτσου (1804)

Οι μόνοι Σουλιώτες που είχαν μείνει στο ηπειρωτικό έδαφος ήταν οι Μποτσαραίοι, οι οποίοι είχαν αποχωρήσει και είχαν εγκατασταθεί το 1801 στο Ραδοβίζι. Η θέση όμως των Μποτσαραίων ήταν επισφαλής, γιατί ο Αλής, αφού είχε απαλλαγεί απο τους συμπατριώτες τους, δεν ήταν δυνατόν να τους αφήσει ανενόχλητους· μία εστία Σουλιωτών — έστω και μικρή — ήταν επικίνδυνη. Έτσι δεν έχασε καιρό ανέθεσε στους οπλαρχηγούς του να εκμηδενίσουν και την τελευταία μικρή εστία των Σουλιωτών, εκείνους δηλαδὴ που τον είχαν άλλοτε διευκολύνει στην κατάκτηση του Σουλίου αποχωριζόμενοι από τους συμπατριώτες τους. 

Ακολούθησαν δύο εκστρατείες εναντίον τους, η μία τον Ιανουάριο του 1804, η οποία αποκρούσθηκε από τους οχυρωμένους στη μονή του Σέλτσου Σουλιώτες, και η δεύτερη τον Απρίλιο του ίδιου έτους, η οποία κατέληξε στήν εκπόρθηση της μονής και στήν εξόντωση η στόν διασκορπισμό και των τελευταίων Σουλιωτών. Όσοι επέζησαν κατέφυγαν στα Αγραφα η στον Βάλτο η στα Ιόνια νησιά.

Τα πασαλίκι των Ιωαννίνων κατά το απόγειο της δύναμης του Αλή Πασά

Η επιβολή της ανερχόμενης κεντρικής εξουσίας του Αλή πασά των Ιωαννίνων, με τάσεις αυτονόμησης από την Πύλη, οδηγούσε αναπόφευκτα σε σύγκρουση με όλες τις τοπικές εξουσίες, χριστιανικές ή μουσουλμανικές. Οι Σουλιώτες ήταν μία από αυτές. Η σύγκρουση ήταν εξοντωτική. Στα ερείπια του τόπου της άλλοτε δυναμικής και κάποτε πανίσχυρης παρουσίας τους δεν θα έμενε τίποτε παρεκτός η εδραίωση ενός εξίσου ζωηρού εθνικού μύθου. Θα επανέλθουν στα βουνά τους το 1820…. συνεργαζόμενοι με τον Αλή Πασά στο νεώτερο πλαίσιο της ενδοοθωμανικής (μεταξύ σουλτάνου και Αλή) σύγκρουσης, για να εκδιωχθούν οριστικά, το 1822, από τα νικηφόρα σουλτανικά στρατεύματα. Είναι η αυγή της Ελληνικής Επανάστασης, με την οποία οι Σουλιώτες θα συνδέσουν έκτοτε τη μοίρα τους.

Ελ Σίντ – O θρυλικός Καστιλιάνος Ιππότης και εθνικός ήρωας της Ισπανίας.

Ο Ροδρίγο Ντίαθ δε Βιβάρ ήταν Καστιλιάνος ευγενής και στρατιωτικός ηγέτης στη μεσαιωνική Ισπανία. Οι Μαυριτανοί τον αποκαλούσαν Ελ Σιντ, που σήμαινε ο Άρχοντας...

Παύλος Μελάς: Η ζωή του ανθρώπου- σύμβολο του μακεδονικού αγώνα.

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου του 1870 στη Μασσαλία, όπου ο πατέρας του Μιχαήλ Μελάς (1833-1897) δραστηριοποιούταν ως έμπορος. Το 1886 εισήλθε...